Skip to main content

‘Eνα διευρυμένο G7 ως «Κονσέρτο Δυνάμεων» για τον πολυκεντρικό κόσμο του 21ου αιώνα

Το G7 χρήζει αναβάθμισης για να αποφευχθεί μια επικίνδυνη αποσύνδεση μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Τoυ Γιάννη Γούναρη, διδάκτορα Νομικής ΕΚΠΑ, επιστημονικού συνεργάτη Ινστιτούτου ΕΝΑ

ΜΕ ΤΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ της Συνόδου του G7 στο Εβιάν της Γαλλίας τον Ιούνιο, η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα και τη νομιμοποίηση του φόρουμ των «Επτά» αποκτά νέα επικαιρότητα.

Οι ηγέτες των προηγμένων οικονομιών της Δύσης συζήτησαν γεωπολιτικά ζητήματα -σχεδόν αποκλειστικά τον πόλεμο στην Ουκρανία- και τεχνολογικές προκλήσεις, καλώντας παράλληλα σε μεγαλύτερη σύγκλιση με άλλες μεγάλες οικονομίες.

Ωστόσο, η μονοδιάστατη δομή του G7 καθιστά ολοφάνερα τα δομικά όρια ενός μηχανισμού που γεννήθηκε σε έναν διπολικό και άκμασε σε έναν -βραχύβιο- μονοπολικό κόσμο.

ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ πολυκεντρικότητας, το G7 λειτουργεί ως συντονιστικό όργανο της Συλλογικής Δύσης.

Παρότι τα μέλη του αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕΠ, η επιρροή του εκτός του δυτικού χώρου είναι περιορισμένη.

Το φόρουμ εμφανίζεται ως μία λέσχη πλούσιων δυτικών χωρών, αποκομμένη από τις νέες πραγματικότητες της ανερχόμενης Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.

Η πρόσκληση χωρών όπως η Ινδία ως παρατηρητών δεν αρκεί για να καλύψει το έλλειμμα αντιπροσωπευτικότητας.

Αντίθετα, ενισχύει την εικόνα ενός exclusive club, που επιχειρεί να διατηρήσει, συμβολικά έστω, την εικόνα δυτικής ηγεμονίας, σε αντιπαράθεση με τον έτερο πόλο που θα μπορούσε να απεικονιστεί μέσω των BRICS, μιας εξίσου μονομερούς ομαδοποίησης κρατών της «άλλης πλευράς».

ΛΕΓΟΝΤΑΣ δυτική ηγεμονία, εννοείται στην ουσία αμερικανική, καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει, εισερχόμενος στην αίθουσα διασκέψεων του Εβιάν, ότι ο ίδιος είναι «το αφεντικό».

Πάντως, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα των άτυπων φόρουμ εξαρτάται από την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες ισορροπίες ισχύος.

Το G7, όπως ο ΟΑΣΕ στον ευρωπαϊκό χώρο, γεννήθηκε σε συνθήκες που σήμερα απλά δεν ισχύουν.

Η μονομερής του προσέγγιση σε ζητήματα όπως οι παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η Τεχνητή Νοημοσύνη και οι νέοι εμπορικοί ανταγωνισμοί χωρίς την παρουσία του Πεκίνου, δηλαδή του μεγάλου εμπορικού αντιπάλου, αλλά και δυνητικού εταίρου της Δύσης, προφανώς περιορίζει την πρακτική του αξία.

Παρομοίως, η όποια συζήτηση για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ευρώπη ή στον Περσικό Κόλπο στερείται βάθους όταν απουσιάζουν οι βασικοί παίκτες που διαμορφώνουν την πραγματικότητα στο έδαφος, απουσία που καθιστά το G7 echo chamber της δυτικής κοσμοαντίληψης, αντί για διαμορφωτή παγκόσμιας κλίμακας λύσεων.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ, το G7 χρήζει αναβάθμισης για να αποφευχθεί μια επικίνδυνη αποσύνδεση μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πρόταση για μία λελογισμένη διεύρυνσή του, με την προσθήκη
Κίνας, Ινδίας και Ρωσίας, δηλαδή των τριών ισχυρότερων μη δυτικών κρατών, καθώς ένα φόρουμ υπερβολικά διευρυμένο, όπως είναι ήδη το G20, καταλήγει μη λειτουργικό, διότι δεν
ανταποκρίνεται στο πρότυπο του σφιχτού «Κονσέρτου Δυνάμεων» που θα δρα ως πλατφόρμα διαλόγου, πρόληψης κρίσεων και διαχείρισης κοινών προκλήσεων σε έναν πολυκεντρικό κόσμο.

ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ G10 θα λειτουργούσε ως πυρήνας ενός ευρύτερου, πιο συμπεριληπτικού μηχανισμού, εμπνευσμένου από τις αρχές της Διάσκεψης του Ελσίνκι: διαφάνεια, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και αναγνώριση ότι η ασφάλεια είναι αδιαίρετη και μη ιδεολογικά χρωματισμένη.

ΘΕΣΜΙΚΑ, θα διατηρούσε τον άτυπο χαρακτήρα του -χωρίς γραφειοκρατία και ίσως με μια μικρή μόνιμη γραμματεία σε ένα ουδέτερο κράτος για λόγους θεσμικής μνήμης- αλλά με πιο
οργανωμένες διαδικασίες.

Οι σύνοδοι κορυφής θα πραγματοποιούνταν ετησίως με εκ περιτροπής προεδρία μεταξύ όλων των μελών και θα υποστ ηρίζονταν από ομάδες εργασίας σε διαρκή βάση (sherpas) με υποστήριξη εμπειρογνωμόνων και χρήση ψηφιακών πλατφορμών, δορυφορικών δεδομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ένα διαρκές συμβούλιο σε επίπεδο αρμόδιων υπουργών θα συνεδρίαζε με φυσική παρουσία ή υβριδικά, με δυνατότητα έκτακτης σύγκλησης σε περιπτώσεις κρίσεων, ενώ ένα «Παγκόσμιο Φόρουμ Διαλόγου» θα επέκτεινε τον κύκλο και με άλλες βαρύνουσες χώρες, όπως Βραζιλία, Νότια Αφρική, Νότια Κορέα, Ινδονησία, ανάλογα με το θέμα.

Η ΒΑΣΙΚΗ αποστολή του G10 θα ήταν η διαχείριση μίας νέας πολυμέρειας: όχι η μονομερής επιβολή μιας «παγκόσμιας τάξης», αλλά η δημιουργία μηχανισμών ώστε η ανταγωνιστική
συνύπαρξη να μην εκτραπεί σε καταστροφική σύγκρουση.

Κεντρικοί τομείς εργασίας θα περιλάμβαναν: πρώτον, οικονομική σταθερότητα και ανισορροπίες (συντονισμός πολιτικών για εμπόριο, χρέος, αποθεματικά νομίσματα και εφοδιαστικές αλυσίδες),
δεύτερον, ασφάλεια και έλεγχο εξοπλισμών (πρόληψη και καταστολή γεωπολιτικών κρίσεων πριν κλιμακωθούν, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης σε ευαίσθητες περιοχές, κυβερνοασφάλεια και διαστημικές δραστηριότητες), τρίτον, ενέργεια, περιβάλλον και διαχείριση της κλιματικής αλλαγής, τέταρτον, τεχνολογία, φυσικοί πόροι και υβριδικές απειλές (συνεργασία σε πανδημίες, Τεχνητή Νοημοσύνη, δίκτυα και κρίσιμες υποδομές) και, πέμπτον, ανάπτυξη και σύνδεση με τον Παγκόσμιο Νότο.

Δηλαδή, όλο το φάσμα των κρίσιμων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στον 21ο αιώνα.

ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ με το σημερινό G7, που στην καλύτερη περίπτωση παράγει τυποποιημένα κοινά ανακοινωθέντα χωρίς παγκόσμια απήχηση και, κυρίως, χωρίς συνέχεια, το προτεινόμενο φόρουμ θα είχε ως αποστολή τη διαμόρφωση consensus πάνω σε βασικούς άξονες: το περίγραμμα συμφωνιών που θα τροφοδοτούσαν, στη συνέχεια, επίσημους διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ, μετατρεπόμενες σε νομικά δεσμευτικά κείμενα με βάση το διεθνές δίκαιο.

Υπ’ αυτήν την έννοια, ασφαλώς δεν θα υποκαθιστούσε τον ΟΗΕ, η διαδικασία μεταρρύθμισης του οποίου, όμως, ιδίως δε του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχει καθηλωθεί ακριβώς λόγω της άκαμπτης δομής του.

ΜΑΛΛΟΝ, θα δημιουργούσε έναν άτυπο χώρο για διάλογο, παράλληλο με το Συμβούλιο Ασφαλείας και πιο ευέλικτο – και γι’ αυτό, ίσως, πιο αποτελεσματικό.

Σε έναν κόσμο που δεν ανήκει πια σε μία μόνο πλευρά, το «Κονσέρτο Δυνάμεων» του G10 μπορεί να γίνει η -ατελής, αλλά ρεαλιστική- βάση όχι για τη δημιουργία μίας νέας παγκόσμιας τάξης, αλλά έστω για τη διαχείριση της παγκόσμιας αταξίας.

Σε τελική ανάλυση, το ιστορικά ανάλογο σύστημα του Συνεδρίου της Βιέννης, παρά τη (δικαιολογημένα) αρνητική φήμη του, κατόρθωσε να διατηρήσει την ειρήνη στην Ευρώπη για έναν αιώνα.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.