Η προσωρινή αναστολή των αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών κατά του Ιράν, έπειτα από δεκατρείς συνεχόμενες νύχτες βομβαρδισμών, δεν σηματοδοτεί απαραίτητα αποκλιμάκωση.
Αντίθετα, όπως σχολιάζει το CNN, αναδεικνύει το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς καμία από τις διαθέσιμες επιλογές δεν φαίνεται ικανή να επιτύχει τους αμερικανικούς στόχους χωρίς σημαντικό κόστος.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η παύση των επιχειρήσεων αποσκοπεί στη δημιουργία χώρου για διπλωματικές πρωτοβουλίες, διαμηνύοντας ταυτόχρονα ότι οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν έτοιμες για νέα κλιμάκωση.
Ωστόσο, οι περιορισμένες επαφές μεταξύ Ιράν και Ομάν δεν έχουν μέχρι στιγμής οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο, καθώς η Τεχεράνη εξακολουθεί να θεωρεί αδιαπραγμάτευτο το αίτημά της να διατηρήσει έλεγχο στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ.
Η στρατιωτική πίεση δεν αλλάζει τη στάση της Τεχεράνης
Βασικός στόχος της αμερικανικής στρατηγικής, θυμίζει το CNN, ήταν να εξαναγκάσει το Ιράν σε υποχωρήσεις μέσω της στρατιωτικής πίεσης. Ωστόσο, σχεδόν πέντε μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η τακτική αυτή δεν έχει επιφέρει την επιδιωκόμενη αλλαγή στη στάση της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, τόσο η CIA όσο και η Υπηρεσία Πληροφοριών του Πενταγώνου έχουν εκτιμήσει ότι οι τελευταίες αεροπορικές επιδρομές είναι απίθανο να μεταβάλουν τη διαπραγματευτική θέση του Ιράν.
Παράλληλα, σε σύσκεψη στον Λευκό Οίκο, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο αρχηγός του Μεικτού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, εξέφρασαν επιφυλάξεις για περαιτέρω κλιμάκωση, επικαλούμενοι τόσο την κατανάλωση στρατιωτικών αποθεμάτων όσο και τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Η εναλλακτική της αποστολής χερσαίων δυνάμεων θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει την πίεση προς το Ιράν, όμως θα συνεπαγόταν σημαντικές αμερικανικές απώλειες σε έναν πόλεμο που ήδη αντιμετωπίζεται αρνητικά από την κοινή γνώμη.
Οι οικονομικές κυρώσεις απαιτούν χρόνο
Ένα δεύτερο σενάριο θα ήταν η περαιτέρω ενίσχυση του οικονομικού αποκλεισμού, με στόχο τη μείωση των εσόδων του ιρανικού καθεστώτος και των Φρουρών της Επανάστασης.
Ωστόσο, μια τέτοια στρατηγική δύσκολα θα απέδιδε άμεσα αποτελέσματα. Θα απαιτούσε εβδομάδες ή και μήνες για να επηρεάσει ουσιαστικά την ιρανική οικονομία, ενώ θα έδινε στην Τεχεράνη χρόνο να απαντήσει με νέες επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων ή δεξαμενόπλοιων στα Στενά του Ορμούζ, αυξάνοντας το κόστος για την παγκόσμια οικονομία και την αγορά ενέργειας.
Η διπλωματία προϋποθέτει δύσκολους συμβιβασμούς
Στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο επαναφοράς του μνημονίου κατανόησης που είχε οδηγήσει στην προσωρινή εκεχειρία.
Η προοπτική αυτή, όμως, σκοντάφτει στο βασικό σημείο διαφωνίας. Το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να επιστρέψει σε μια συμφωνία μόνο εφόσον εξασφαλίσει ουσιαστικό ρόλο στη διαχείριση και την οικονομική εκμετάλλευση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Για την αμερικανική πλευρά, μια τέτοια υποχώρηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως στρατηγική ήττα, καθώς ο βασικός στόχος του πολέμου ήταν ακριβώς να αποτραπεί η ιρανική επιρροή στη σημαντικότερη ενεργειακή θαλάσσια οδό του κόσμου. Επιπλέον, ο Τραμπ θα δεχόταν έντονη κριτική από το εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, εάν κατέληγε σε συμφωνία που θα προσέφερε στην Τεχεράνη περισσότερα από όσα προέβλεπε η προηγούμενη εκεχειρία.
Το πολιτικό κόστος αυξάνεται
Την ίδια ώρα, ο πόλεμος αρχίζει να αποκτά ολοένα μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για τον Λευκό Οίκο.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου τις προηγούμενες ημέρες αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για ακριβότερα καύσιμα και νέες πληθωριστικές πιέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα απειλούν μια εναλλακτική διαδρομή μεταφοράς πετρελαίου. Παράλληλα, τα παγκόσμια αποθέματα αργού παραμένουν περιορισμένα, γεγονός που αυξάνει την ευαισθησία της αγοράς σε οποιαδήποτε νέα διαταραχή.
Δημοσκόπηση των CBS News και YouGov αποτυπώνει την αβεβαιότητα που επικρατεί στην αμερικανική κοινή γνώμη. Μόλις το 31% των πολιτών δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, ενώ το 76% εκτιμά ότι ο πόλεμος αποδείχθηκε δυσκολότερος από ό,τι υπολόγιζε αρχικά η κυβέρνηση.
Ένα αδιέξοδο χωρίς εύκολη διέξοδο
Η κυβέρνηση Τραμπ επιμένει ότι το Ιράν βρίσκεται σήμερα πιο απομονωμένο διπλωματικά, πιο αδύναμο οικονομικά και περισσότερο αποδυναμωμένο στρατιωτικά από ποτέ. Ωστόσο, η πραγματικότητα του πολέμου παραμένει πιο σύνθετη.
Παρά τις απώλειες που έχει υποστεί, η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να πλήξει τη διεθνή ναυσιπλοΐα και να επηρεάσει την παγκόσμια αγορά ενέργειας, διατηρώντας έτσι έναν σημαντικό μοχλό πίεσης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Έπειτα από πέντε μήνες συγκρούσεων, το βασικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο παραμένει το ίδιο: κάθε νέα επιλογή φαίνεται ακριβότερη από την προηγούμενη, ενώ καμία δεν εγγυάται ότι θα οδηγήσει σε μια συμφωνία που θα ικανοποιεί τους στρατηγικούς στόχους της Ουάσιγκτον. Αυτό καθιστά το σημερινό δίλημμα του Ντόναλντ Τραμπ ίσως το πιο δύσκολο από την έναρξη της κρίσης.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












