Τoυ Βασίλη Παπαδάκη, καθηγητή Στρατηγικής Διοίκησης και διευθυντή του Executive MBA, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ της δεκαετίας του 2000, μετά την κατάρρευση της «φούσκας» των εταιρειών διαδικτύου (.com bust), οι περισσότερες μεγάλες δυτικές επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με έντονη πίεση από τις κεφαλαιαγορές να διατηρήσουν την κερδοφορία τους.
Καθώς η αύξηση των πωλήσεων ήταν ανέφικτη, η μείωση του κόστους αναδείχθηκε σε κορυφαία στρατηγική προτεραιότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι επιχειρήσεις άρχισαν να μιμούνται η μία την άλλη, θεωρώντας ότι η μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων σε χώρες χαμηλού κόστους αποτελούσε τη μοναδική ορθολογική επιλογή.
Η Κίνα, η Ινδία, το Βιετνάμ, η Μαλαισία και άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες μετατράπηκαν στους μεγάλους αποδέκτες αυτού του κύματος εκχώρησης δραστηριοτήτων (outsourcing), που στόχο είχε τη μείωση του κόστους.
ΑΡΧΙΚΑ, οι αποφάσεις αυτές, οι οποίες στον χώρο της στρατηγικής ονομάζονται «συμπεριφορές αγέλης» (herding), έμοιαζαν απόλυτα λογικές.
Οι δυτικές επιχειρήσεις διατηρούσαν τον σχεδιασμό, την καινοτομία, την έρευνα, το branding και τη στρατηγική, ενώ μετέφεραν στο εξωτερικό δραστηριότητες έντασης εργασίας όπως η συναρμολόγηση, η παραγωγή εξαρτημάτων και η εξυπηρέτηση πελατών.
Η βασική παραδοχή ήταν ότι οι κρίσιμες ικανότητες θα παρέμεναν στη Δύση, ενώ μόνο οι λειτουργίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας θα ανατίθεντο σε εξωτερικούς συνεργάτες.
Όμως, η πραγματικότητα εξελίχθηκε εντελώς διαφορετικά. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι επιχειρήσεις του αναπτυσσόμενου κόσμου δεν περιορίστηκαν στον ρόλο του φθηνού κατασκευαστή.
Μέσα από τη συνεχή συνεργασία με κορυφαίες πολυεθνικές απέκτησαν τεχνογνωσία, επένδυσαν σε ανθρώπινο δυναμικό, δημιούργησαν ερευνητικά κέντρα και σταδιακά ανέλαβαν ολοένα πιο σύνθετες δραστηριότητες.
Η ανάθεση παραγωγής εξελίχθηκε σε ανάθεση σχεδιασμού προϊόντων, ανάπτυξης λογισμικού, διαχείρισης εφοδιαστικών αλυσίδων και τελικά ακόμη και έρευνας και ανάπτυξης (R&D).
ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ήταν η δημιουργία ενός νέου τύπου παγκόσμιων επιχειρηματικών κολοσσών. Εταιρείες όπως η Foxconn, η Flextronics και η Compal ξεκίνησαν ως υπεργολάβοι, αλλά εξελίχθηκαν σε επιχειρήσεις με τεράστια τεχνολογική και οργανωτική υπεροχή.
Η Foxconn, για παράδειγμα, απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους, επενδύει δισεκατομμύρια δολάρια σε αυτοματοποίηση και αποτελεί κρίσιμο συνεργάτη σχεδόν όλων των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών του κόσμου.
Όσοι/ες από εσάς έχετε κινητά iPhone θα πρέπει να γνωρίζετε ότι αυτά, όπως και πάρα πολλά άλλα προϊόντα, κατασκευάζονται από τη Foxconn!
Η γνώση που απέκτησαν αυτές οι επιχειρήσεις δεν περιορίστηκε στη διαδικασία παραγωγής, αλλά περιλαμβάνει πλέον τη βιομηχανική μηχανική, τη διαχείριση ποιότητας, την ανάπτυξη προϊόντων και τη βελτιστοποίηση πολύπλοκων παγκόσμιων εφοδιαστικών δικτύων.
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ αυτής της στρατηγικής υπήρξαν βαθύτερες απ’ ό,τι είχαν προβλέψει οι δυτικές επιχειρήσεις.
Πρώτον, δημιουργήθηκαν νέοι παγκόσμιοι πρωταγωνιστές. Οι λίστες των μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, όπως το Fortune Global 500, αποτυπώνουν μια ιστορική μετατόπιση.
Ενώ πριν από τρεις δεκαετίες κυριαρχούσαν σχεδόν αποκλειστικά αμερικανικές, ευρωπαϊκές και ιαπωνικές εταιρείες, σήμερα η Κίνα διαθέτει αριθμητικά περισσότερες επιχειρήσεις στη συγκεκριμένη κατάταξη από οποιαδήποτε άλλη χώρα, ενώ αυξάνεται συνεχώς και η παρουσία εταιρειών από την Ινδία και άλλες αναδυόμενες οικονομίες.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ, η Δύση υπέστη μια σταδιακή, αλλά δραματική αποδυνάμωση της παραγωγικής της βάσης.
Η μεταφορά της παραγωγής δεν σήμαινε μόνο απώλεια εργοστασίων. Σταδιακά χάθηκαν ολόκληρα οικοσυστήματα προμηθευτών, εξειδικευμένων μηχανικών, τεχνικών δεξιοτήτων και βιομηχανικής γνώσης.
Όπως έχει δείξει η βιβλιογραφία της στρατηγικής, όταν η παραγωγή απομακρύνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, απομακρύνονται μαζί της και οι δυνατότητες συνεχούς βελτίωσης, πειραματισμού και καινοτομίας που αναπτύσσονται δίπλα στη γραμμή παραγωγής.
Η διάκριση μεταξύ «σχεδιάζω εδώ – παράγω αλλού» αποδείχθηκε λιγότερο βιώσιμη από όσο αρχικά θεωρήθηκε.
ΤΡΙΤΟΝ, οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας ήταν σημαντικές. Η απώλεια δεν περιορίστηκε στις χαμηλής εξειδίκευσης θέσεις εργασίας.
Καθώς μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό δραστηριότητες σχεδιασμού, μηχανικής και ανάπτυξης προϊόντων, αυξήθηκε η ζήτηση για υψηλά εξειδικευμένους επιστήμονες στις αναδυόμενες οικονομίες, ενώ αντίστοιχες ευκαιρίες μειώθηκαν σε αρκετές περιοχές των ΗΠΑ και της Ευρώπης.
Η δημιουργία νέας γνώσης ακολούθησε σταδιακά τη μεταφορά της παραγωγής. Οι ΗΠΑ έχασαν μεταξύ 2002 και 2012 έξι εκατομμύρια θέσεις εργασίας στον βιομηχανικό τους τομέα, αριθμός συγκλονιστικός!
Παράλληλα, η εξάρτηση από λίγες γεωγραφικές περιοχές δημιούργησε νέους γεωπολιτικούς κινδύνους. Η πανδημία COVID-19 κατέδειξε την ευαλωτότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, ενώ οι εμπορικές συγκρούσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας ανέδειξαν ότι η υπερβολική συγκέντρωση κρίσιμων παραγωγικών δυνατοτήτων, αλλά και σπάνιων γαιών μπορεί να αναδείξει ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
ΜΠΟΡΕΙ ΌΜΩΣ αυτή η πορεία να αναστραφεί; Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Από την προεδρία του Μπαράκ Ομπάμα μέχρι τις κυβερνήσεις του Ντόναλντ Τραμπ και του Τζο Μπάιντεν, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν, με διαφορετικά εργαλεία, να επαναφέρουν παραγωγικές δραστηριότητες στο αμερικανικό έδαφος.
Δασμοί, φορολογικά κίνητρα, επιδοτήσεις για ημιαγωγούς και πράσινες τεχνολογίες, καθώς και πολιτικές «back-shoring» είχαν ως στόχο τη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα.
Παρότι ορισμένες επενδύσεις επέστρεψαν, η συνολική εικόνα δεν έχει αλλάξει ριζικά. Τα οικοσυστήματα παραγωγής που δημιουργήθηκαν στην Ασία επί τρεις δεκαετίες δεν μπορούν να αναπαραχθούν ούτε εύκολα ούτε γρήγορα στη Δύση.
Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ο βαθμός στον οποίο η Κίνα φαίνεται να πρωτοπορεί σε κομβικούς τομείς όπως το ηλεκτρικό αυτοκίνητο, τα ηλιακά πάνελ (solar photovoltaics), τα έξυπνα κινητά, ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός, ακόμα και η τεχνητή νοημοσύνη!
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, οι προκλήσεις είναι ακόμη μεγαλύτερες. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, διαθέτει μικρότερη αγορά, υψηλότερο ενεργειακό κόστος, δημογραφική γήρανση και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Αν δεν επενδύσει συστηματικά στην αναβίωση της βιομηχανικής παραγωγής, στην τεχνολογική καινοτομία, στις κρίσιμες πρώτες ύλες και στην ανάπτυξη προηγμένων δεξιοτήτων, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί ανάμεσα στην τεχνολογική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών και στη βιομηχανική ισχύ της Κίνας.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ δίδαγμα των τελευταίων τριών δεκαετιών για τις επιχειρήσεις μας είναι ότι η συμπεριφορά αγέλης (δηλαδή το να υιοθετούν όλες οι επιχειρήσεις ενός κλάδου τις ίδιες επιλογές στρατηγικής) είναι καταστροφικό για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, αλλά και βλαπτικό για τον κλάδο.
Στον βαθμό που η συμπεριφορά αγέλης διαπερνά όλους τους κλάδους μιας οικονομίας/κοινωνίας μπορεί να είναι συνολικά καταστροφική.
Οι επιχειρήσεις μας οφείλουν να κατανοούν ότι δεν εκχωρούν μόνο δραστηριότητες αλλά και την ίδια τη γνώση που αυτές δημιουργούν.
Το outsourcing αποτέλεσε μια αποτελεσματική στρατηγική μείωσης κόστους βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα, όμως, συνέβαλε στη μεταφορά τεχνολογικών, οργανωσιακών και παραγωγικών ικανοτήτων προς τις αναδυόμενες οικονομίες, δημιουργώντας τους ανταγωνιστές που σήμερα αμφισβητούν την οικονομική πρωτοκαθεδρία της Δύσης.
Το πραγματικό κόστος αυτής της επιλογής αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερο από τη βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση που αρχικά υποσχόταν.
Ενδεικτικές αναφορές
- Παπαδάκης Β., Στρατηγική των Επιχειρήσεων: Θεωρία και Μελέτες Περιπτώσεων, Εκδόσεις Μπένου, 2023.
- McGee Patrick, Apple in China: The Capture of the World’s Greatest Company, Simon and Shuster, 2025
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












