Η αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων αποτελεί κομβικής σημασίας ζήτημα, που θα βρεθεί στο επίκεντρο του πολιτικού ανταγωνισμού το επόμενο διάστημα στην πορεία προς τις εκλογές.
Γι’ αυτό και τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας του Ινστιτούτου ETERON για την Οικονομική Δικαιοσύνη παρουσιάζουν ενδιαφέρον τόσο για το κοινό όσο και για τα κομματικά επιτελεία. Δίνουν μια εικόνα για τις αντιλήψεις των πολιτών για τις οικονομικές αδικίες, τις ταξικές ανισότητες και τις έμφυλες διακρίσεις στη χώρα, για τις απόψεις τους για συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές σε κρίσιμους τομείς και για την εμπιστοσύνη τους σε ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα για την προώθηση μιας κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης. Αναδεικνύουν την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, μέσα από τη δίκαιη φορολογία και τη δημόσια παροχή των κοινωνικών αγαθών, στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών αιτημάτων για οικονομική δικαιοσύνη, πέραν της αύξησης των μισθών, που προκύπτει αβίαστα ως κορυφαίο αίτημα και από αυτήν όπως και από όλες τις μέχρι τώρα έρευνες.
Γενικευμένο αίσθημα αδικίας
Η έρευνα αποτυπώνει καθαρά το γενικευμένο αίσθημα οικονομικής αδικίας (80%) που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία και διαπερνά κοινωνικές τάξεις, ηλικίες και φύλα.
Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών αξιολογεί τις ταξικές ανισότητες ως (πολύ) σημαντικές, θεωρεί ότι ο πλούτος κατανέμεται άδικα υπέρ των επιχειρήσεων και εις βάρος των εργαζόμενων, ότι οι εργαζόμενοι δεν αμείβονται δίκαια για το επάγγελμα, την εμπειρία και την προσπάθειά τους στην εργασία και ότι η κρατική πολιτική ευνοεί κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις. Επιπλέον, χαρακτηρίζει το φορολογικό σύστημα άδικο, με το φορολογικό βάρος να πέφτει κυρίως στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, και θεωρεί εκτεταμένες τις διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες στην αγορά εργασίας (άνισες ευκαιρίες πρόσληψης και κατάληψης θέσεων που αντιστοιχούν στα προσόντα τους, μεγαλύτερη προσπάθεια από τους άνδρες με τα ίδια προσόντα για να αναγνωριστούν η αξία και οι ικανότητές τους, σεξουαλική παρενόχληση).
Το αίσθημα της οικονομικής αδικίας αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ 2021 (πρώτη έρευνα) και 2026. Για τους πολίτες, οι μεγαλύτερες αδικίες είναι οι χαμηλοί μισθοί, που δεν επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση, το υψηλό κόστος στέγασης για όσους μένουν στο νοίκι, η έλλειψη αξιοκρατίας και φορολογικής δικαιοσύνης και η απασχόληση των νέων σε υποαμειβόμενες και επισφαλείς θέσεις εργασίας, κατώτερες των προσόντων τους.
Φορολόγηση πλουσίων – δημόσια κοινωνικά αγαθά
Η έρευνα αναδεικνύει μια σαφή κοινωνική απαίτηση για ισχυρότερη κρατική παρέμβαση στην οικονομία, τη δημόσια παροχή/έλεγχο βασικών κοινωνικών αγαθών και τη διαμόρφωση ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος. Οι πολίτες υποστηρίζουν σχεδόν καθολικά ή με ισχυρή πλειοψηφία (72%-91%) ότι τα βασικά κοινωνικά αγαθά πρέπει να παρέχονται από το Δημόσιο (παιδεία, υγεία, ύδρευση, κοινωνική ασφάλιση, ενέργεια, επίγειες μεταφορές), ενώ ένα εντυπωσιακό ποσοστό τους (86,5%) συμφωνεί ότι πρέπει να φορολογηθούν περισσότερο οι πλούσιοι για να υπάρξει φορολογική δικαιοσύνη και να στηριχτούν οι πιο αδύναμοι. Ένα χαμηλότερο αλλά υψηλό ποσοστό (62%) συνδυάζει τις δύο απόψεις: είναι υπέρ της αύξησης της φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα και τον μεγάλο πλούτο, για να ενισχυθούν οι δημόσιες υπηρεσίες, το κοινωνικό κράτος και να μειωθούν οι ανισότητες.
Τα αποτελέσματα ως προς την επιθυμητή έκταση της κρατικής παρέμβασης και τα κατάλληλα είδη πολιτικής δείχνουν ταξική πόλωση, με την ανώτερη/ανώτερη μεσαία τάξη και τους ελεύθερους επαγγελματίες/εργοδότες να εκφράζουν συστηματικά και σε υψηλά ποσοστά οικονομικά φιλελεύθερες ιδέες και τις λαϊκές τάξεις και την κατώτερη μεσαία τάξη συστηματικά και σε υψηλά ποσοστά κρατικο-κεντρικές.
Πολιτική πρόκληση για την Αριστερά/Κεντροαριστερά
Το κοινωνικό αίτημα για οικονομική δικαιοσύνη συνιστά μείζονα πολιτική πρόκληση για την Αριστερά και την Κεντροαριστερά στη χώρα μας, στην οποία -σύμφωνα με την έρευνα- οι πολίτες δίνουν μεγάλο προβάδισμα εμπιστοσύνης σε σχέση με την Κεντροδεξιά/Δεξιά για τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων, την προώθηση της φορολογικής δικαιοσύνης και ενός δίκαιου συνταξιοδοτικού συστήματος και την επέκταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αντίθετα, οι πολίτες δίνουν μεγάλο προβάδισμα εμπιστοσύνης στην Κεντροδεξιά/ Δεξιά ως προς τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ένα εύρημα που απεικονίζει την αντίληψή τους για τα συγκρουόμενα συμφέροντα εργασίας και κεφαλαίου στη σημερινή Ελλάδα.
Αξιοσημείωτη είναι η συνεχιζόμενη ιδεολογική επίδραση των οικονομικών ιδεών των πολιτικών ρευμάτων στις απόψεις των πολιτών -ιδίως των (κεντρο)αριστερών- για το ποιο από αυτά μπορεί να εγγυηθεί ισχυρότερη και δικαιότερη ανάπτυξη. Η σοσιαλδημοκρατία, ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός συγκεντρώνουν την εμπιστοσύνη 20,6%, 18,9% και 4,8% των πολιτών αντίστοιχα, ενώ ο φιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός 16,6% και 4,4%. Βέβαια, ένα υψηλό ποσοστό (22%) λέει είτε ότι δεν εμπιστεύεται κανένα ρεύμα ως εγγυητή της ισχυρής και δίκαιης ανάπτυξης είτε ότι δεν ξέρει ή δεν απαντά. Εδώ μάλλον βρίσκεται το αναποφάσιστο τμήμα του εκλογικού σώματος, που θα διεκδικηθεί από τα πολιτικά κόμματα στις επόμενες εκλογές. Προς το παρόν, η επίδραση των σοσιαλδημοκρατικών και αριστερών ιδεών στις απόψεις και επιλογές των πολιτών είναι πλειοψηφική. Ο χρόνος θα δείξει εάν θα γίνει κυρίαρχη.
*Καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εξωτερική επιστημονική συνεργάτρια της έρευνας του ETERON
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












