Στα βαθιά νερά του λαϊκισμού

Από τους Ναρόντνικους στη Λατινική Αμερική, την ελληνική κρίση και την ευρωπαϊκή ακροδεξιά
Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014 16:06
UPD:16:06
Eurokinissi/ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
A- A A+

Η δημόσια τοποθέτηση ενός βουλευτή με μία φρατζόλα ψωμί ανά χείρας είναι λαϊκισμός; Οι πανηγυρικοί τόνοι ενός αξιωματούχου γύρω από ένα στατιστικό επίτευγμα εν μέσω κοινωνικής αποσύνθεσης; Η κρίση ισούται με προβλήματα και οι λύσεις απαιτούν νηφαλιότητα που σημαίνει υπέρβαση από όλες τις πλευρές της ελληνικής κοινωνίας.

Θάνος Βερέμης: Λαϊκισμός είναι να θεωρείς τον μέσο όρο ευφυΐας, ικανότητας πάσης μορφής, ως τον επιθυμητό στόχο μιας πολιτικής. Δηλαδή να θεωρείς ότι η κοινωνία οφείλει να αποβλέπει στον μέσο όρο και όχι στην αριστεία, η οποία θεωρείται ένα είδος προνομιακής τάξης από τους λαϊκιστές.

Γιάννης Σταυρακάκης: Χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός «λαϊκιστή» είναι η ανευθυνότητα και η δημαγωγική στάση, που όμως δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο όσων μιλούν εξ ονόματος του λαού, αλλά μπορεί να χαρακτηρίζουν εξίσου και όσους υποστηρίζουν ελιτίστικους, τεχνοκρατικούς ή άλλους «αντιλαϊκιστικούς» προσανατολισμούς.

Λεξικό Γ.Μπαμπινιώτη

1. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των λαϊκών μαζών αποτελούν βάσιμο οδηγό πολιτικής δράσης 2. Πολιτικό κίνημα με βάση συνήθως το αγροτικό τμήμα μιας κοινωνίας, που αποσκοπεί στην ικανοποίηση λαϊκών συναισθημάτων και προσδοκιών 3. Ο έπαινος και η κολακεία των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού, καθώς και η υιοθέτηση επιχειρημάτων ή θέσεων που ευχαριστούν τον λαό (και γενικότερα τους πολλούς), χωρίς όμως να τον ωφελούν, με σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιάς του.

Ο όρος «λαϊκισμός» είναι αξιολογικά ουδέτερος κατά την επιστημονική χρήση του, αντιστοιχώντας σε μία στάση η οποία δεν είναι εκ των προτέρων καλή ή κακή. Ωστόσο, κατά τη γλωσσική χρήση και μέσα από την καθημερινή πραγματικότητα η έννοια είναι επιφορτισμένη με σαφώς αρνητική σημασία.

Μεταξύ των παραμέτρων που αποτελούν τη βάση για λαϊκιστικές προσεγγίσεις κατατάσσονται αφενός η αδυναμία του θεσμικού συστήματος να διασφαλίσει ένα ικανοποιητικό επίπεδο οικονομικής ευρωστίας, αφετέρου το έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και το δημοκρατικό έλλειμμα κατά τη διαμόρφωση των πολιτικών επιλογών, γεγονός που εντοπίζεται ιδιαίτερα στην περίπτωση της ΕΕ, λόγω της απόστασης την οποία αισθάνεται ο Ευρωπαίος πολίτης από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Οι εντεινόμενες ανισότητες που συνοδεύουν τις αποτυχίες του πολιτικού συστήματος, η ξενοφοβία που «γεννά» η έξαρση του μεταναστευτικού ζητήματος και κυρίως τα λάθη του παρελθόντος που γίνονται αισθητά στην ώρα τους (βλ. στρεβλή αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων με συνέπειες σε δεύτερο χρόνο) αποτελούν επί μέρους παράγοντες οι οποίοι τροφοδοτούν λαϊκιστικά ρεύματα αντίληψης.

POPULISMUS (ερευνητικό πρόγραμμα του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του ΑΠΘ με τη συγχρηματοδότηση της Ε.Ε.):  «Τα τελευταία

Νίκος Μουζέλης, Κοινωνιολόγος, London School of Economics

«Σε μακρο-επίπεδο, ένα λαϊκιστικό σύστημα επικρατεί όταν τα ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ κράτους και λαού είναι πολύ αδύνατα. Δηλαδή, όταν υπάρχει μία καχεκτική κοινωνία πολιτών. Σε αυτήν την περίπτωση είναι πολύ πιο εύκολο από τη μια μεριά οι πολιτικές ελίτ να χειραγωγούν τον λαό και από την άλλη μεριά ο λαός να δημιουργεί πιέσεις προς τις πολιτικές ελίτ στις οποίες οι ίδιες δεν μπορούν να αμυνθούν ακόμη και όταν ξέρουν ότι αυτές είναι παράλογες και θα οδηγήσουν σε αδιέξοδα».

χρόνια ο λαϊκισμός έχει επιστρέψει στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο. Μεταξύ άλλων, μια σειρά από κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής που απορρίπτουν τη λεγόμενη ‘Συναίνεση της Ουάσινγκτον’ αλλά και μια ομάδα από ακροδεξιά κόμματα που πολλαπλασιάζονται στην Ευρώπη, προωθώντας ξενοφοβικά και ρατσιστικά στερεότυπα, πιστοποιούν αυτήν την τάση. Eπιπλέον, καταδεικνύουν τις αντιθετικές εκφάνσεις της. Παράλληλα, κοινωνικά κινήματα που αμφισβητούν την ηγεμονική διαχείριση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης (από τους ‘Αγανακτισμένους’ έως το ‘Occupy Wall Street’), αλλά και συντηρητικά κινήματα όπως το ‘Tea Party’ στις ΗΠΑ, έχουν επίσης κατηγοριοποιηθεί ως ‘λαϊκιστικά’».

Μιλούν στο naftemporiki.gr για τον λαϊκισμό:

Θάνος Βερέμης
Καθ. Πολιτικής Επιστήμης
Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι λαϊκιστές στην ουσία θεωρούν ότι πρέπει να περιθωριοποιήσει κανείς εκείνους που ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, ώστε να μην χαλάσουν την «αμιγή δημοκρατική σύσταση του συστήματος», που -σύμφωνα με την ίδια λογική- είναι ακριβώς ο μέσος όρος σε κάθε του εκδήλωση.

Ο ελληνικός λαϊκισμός είναι 100% υστερόβουλος. Δηλαδή δεν είναι πραγματική ιδεολογία. Πρόκειται για μία υστεροβουλία την οποία εφηύρε η πολιτική και πιο συγκεκριμένα ο πολιτικός Ανδρέας Παπανδρέου. Διότι ο λαϊκισμός δεν ήταν πάντα αγαπητός στους Έλληνες. Δεν ήταν, ας πούμε, αγαπητός όταν οι αγρότες του 19ου αιώνα έκαναν όλες τις θυσίες που μπορούσαν για να φύγουν τα παιδιά τους από την ύπαιθρο και να γίνουν επαγγελματίες: δικηγόροι, γιατροί, δάσκαλοι, αξιωματικοί, οτιδήποτε, εκτός από αγρότες. Τότε ο λαϊκισμός δεν είχε πέραση καμία. Αν έλεγες σε έναν αγρότη «ο γιος σου θα γίνει μέσος όρος», θα πάθαινε συγκοπή, γιατί ο μέσος όρος ήταν η αγροτική εξαθλίωση.

Ο λαϊκισμός είναι φαινόμενο της ευημερίας. Όταν άρχισε να μοιράζεται η πίτα σε όλους κυρίως από το κράτος (εννοώ τους πολιτικούς που το διαχειρίζονται), τότε το κράτος απέκτησε την πολιτική λαϊκιστική του μορφή. Δηλαδή μοίραζε και απέβλεπε στην κατάκτηση των μεγάλων αριθμών. Εκεί βρίσκεται η βάση του λαϊκισμού:  πώς μοιράζεις την πίτα σε πάρα πολύ κόσμο με κριτήριο όχι την επίδοση αλλά τους αριθμούς.

Ο λαϊκισμός έχεις τους μύθους του, οι οποίοι καλλιεργούνται συστηματικά: «Κάποιοι μας υπονομεύουν, κάποιοι μας μισούν. Γιατί η ζωή μας είναι ωραία, είναι λεβέντικη. Περνάμε καλά, είμαστε ξύπνιοι και μας μισούν γιατί περνάμε τόσο καλά. Εκείνοι οι Γερμανοί, ας πούμε, μέσα στη δικιά τους απομόνωση. Διότι εμείς είμαστε θαύμα, περνάμε καλά, ξέρουμε πώς να ζήσουμε, είμαστε ευχάριστοι, είμαστε ωραίοι κ.ο.κ.».  Οι μύθοι του λαϊκισμού βασίζονται στην αντιπάθεια και την υπονόμευση των άλλων, στη λογική: «αν δεν υπήρχαν αυτοί που με εχθρεύονται, εγώ και οι εξυπνάδες μου θα ήμασταν πρώτοι».

Υπάρχει καλώς εννοούμενος λαϊκισμός; Όχι, δεν υπάρχει. Διότι ο λαϊκισμός πληρώνει τον λογαριασμό στο τέλος. Και τον πληρώνουν όλοι. Δεν μπορείς να ξεφύγεις με τον λαϊκισμό. Απλώς αναβάλλεις τον τελικό λογαριασμό. Ο λαϊκισμός είναι ένα παυσίπονο σε έναν πληθυσμό που υποφέρει. Του λες «μπορεί να υποφέρεις, αλλά είσαι σπουδαίος, πας πάρα πολύ καλά κατά βάθος, αλλά σε μισούν και σου δημιουργούν προβλήματα οι άλλοι, οι Γερμανοί, που θέλουν να σε καταστρέψουν οικονομικά κλπ». Είναι ένα κουβάρι που δεν οδηγεί πουθενά.

Ο ρόλος του πολιτικού κόστους; Το πολιτικό κόστος προβλέπει ακριβώς τον λογαριασμό στο τέλος του χρόνου. Δηλαδή κάνεις σήμερα κάτι που σε ανακουφίζει και το πληρώνεις στο τέλος. Ας πούμε, μοιράζεις λεφτά σε μία οικονομία που δεν είναι ανταγωνιστική και την κάνεις ακόμη λιγότερο ανταγωνιστική γιατί προσθέτεις το κόστος της μοιρασιάς αυτής κι έτσι δεν μπορείς για παράδειγμα να πουλήσεις ούτε λεμόνια τα οποία τελικώς αγοράζεις από το Ισραήλ. Αυτό είναι το πολιτικό κόστος. Σε πιο περίτεχνο επίπεδο είναι όταν βρίζεις αυτούς που σε πληρώνουν για να ξεδίνεις λίγο και να ανακουφίζεις τον κόσμο που υποφέρει.

Αυτό που θέλει ο κόσμος είναι εύκολες λύσεις, αυτό είναι βέβαιο. Αυτό που χρειάζεται όμως ο κόσμος -άλλο αυτό που θέλει και άλλο αυτό που χρειάζεται- είναι να καταλάβει ένας πολιτικός τα πραγματικά του προβλήματα και να τα αντιμετωπίσει. Ας πούμε την παιδεία, που δεν υπάρχει. Μπορεί να μην καταλαβαίνει ο κόσμος ότι του λείπει μια σοβαρή εκπαίδευση, αλλά ένας σημαντικός πολιτικός, ένας ηγέτης (αυτή είναι η διαφορά από τον κοινό πολιτικό) θα πρέπει να βλέπει τις πραγματικές ελλείψεις, οι οποίες βεβαίως είναι πάμπολλες στη δική μας περίπτωση, και να τις αντιμετωπίσει με θάρρος και παρρησία.

Γιάννης Σταυρακάκης
Καθ. Πολιτικής Φιλοσοφίας
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο

Επικεφαλής του προγράμματος Populismus

Στον δημόσιο λόγο, ιδίως στην Ελλάδα, αλλά όχι μόνον, η λέξη «λαϊκισμός» συνιστά μονοσήμαντα απαξιωτικό χαρακτηρισμό. Πριν επιχειρηθεί οποιοσδήποτε από καθέδρας ορισμός του λαϊκισμού, έχει σημασία, λοιπόν, να εξεταστούν οι χρήσεις του στη δημόσια σφαίρα. Συχνά, ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα καθενός που καταγγέλεται ως «λαϊκιστής» θεωρούνται η ανευθυνότητα και η δημαγωγική στάση: ο λαϊκιστής μιλά «εξ ονόματος του λαού» χαϊδεύοντας, στην πραγματικότητα, αυτιά. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η ανευθυνότητα, η δημαγωγία και η ανικανότητα δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο όσων μιλούν εξ ονόματος του λαού, αλλά μπορεί να χαρακτηρίζουν εξίσου και όσους υποστηρίζουν ελιτίστικους, τεχνοκρατικούς ή άλλους «αντι-λαϊκιστικούς» πολιτικούς προσανατολισμούς. Καθώς, λοιπόν, η οδός αυτή αποδεικνύεται εν τέλει ατελέσφορη, προβάλλεται συνήθως ή διάκριση λαϊκού/λαϊκιστικού, όπου ως «λαϊκισμός» λογίζεται η παραφθορά, η φτηνή διαστρέβλωση του αυθεντικού «λαϊκού», ο σφετερισμός των υπαρκτών λαϊκών αιτημάτων και διαθέσεων. Ωστόσο, στο πλαίσιο του πολιτικού ανταγωνισμού, κάθε επίκληση του λαϊκού, όσο αυθεντική κι αν είναι, όσο και αν αντανακλά γνήσια οικονομικά και πολιτικά διακυβεύματα, είναι μοιραίο να καταγγελθεί ως «λαϊκιστική» από τους αντιπάλους της. Αλλά και αντιστρόφως. Επομένως και η διάκριση λαϊκού/λαϊκιστικού αδυνατεί να προσφέρει κάποιον αντικειμενικό ή έστω κοινά αποδεκτό ορισμό, καθώς το «λαϊκό» και το «λαϊκιστικό» συγκροτούν στο δημόσιο λόγο μια αξεδιάλυτη συστοιχία. Όλοι, λίγο πολύ, καταγγέλουν αλλήλους ως «λαϊκιστές» τη στιγμή που  διεκδικούν κάποια – έστω και ελάχιστη – λαϊκή νομιμοποίηση.

Γι’ αυτό ίσως, στο πλαίσιο της πολιτικής επιστήμης, η έννοια του λαϊκισμού δεν διαθέτει πάντα απαξιωτικό χαρακτήρα, αλλά συνήθως αποδίδεται σε κάθε επίκληση του «λαού» όταν αυτή θέτει ως προτεραιότητα την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων απέναντι σε ένα «κατεστημένο» που θεωρείται διεφθαρμένο και καταπιεστικό. Τέτοιου είδους πολιτικοί λόγοι και ιδεολογίες αναπτύσσονται συνήθως στο πλαίσιο οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, στο βαθμό που αυτές θέτουν σε δοκιμασία τη δυνατότητα ενός πολιτικού συστήματος να κερδίζει τη λαϊκή νομιμοποίηση. Στο έδαφος αυτό εμφανίζονται νέες πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν να εκφράσουν τα «λαϊκά» αιτήματα απέναντι στο «σύστημα» που αδυνατεί να τα ικανοποιήσει. Ασφαλώς, οι δυνάμεις αυτές μπορεί να ενσωματώνουν τα αιτήματα με υπεύθυνο ή και ανεύθυνο τρόπο, σε δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα ιδεολογικά μοτίβα, με σκοπό την προαγωγή ή και την καταστρατήγηση της δημοκρατίας. Αυτή η πλαστικότητα εξηγεί την τεράστια ποικιλομορφία λαϊκιστικών παραδειγμάτων στην σύγχρονη παγκόσμια ιστορία και συνιστά μια σημαντική πρόκληση για το ερευνητικό πρόγραμμα POPULISMUS μέσω του οποίου (στο πλαίσιο της πράξης ΑΡΙΣΤΕΙΑ ΙΙ που συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από εθνικούς πόρους) το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ επιχειρεί να μελετήσει την πολύπλοκη σχέση λαϊκιστικού λόγου και δημοκρατίας σε συγκριτική προοπτική.

Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, ο λαϊκισμός χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ακροδεξιά τύπου Jean-Marie και Marine Le Pen, Jorg Haider, κ.λπ. Ο τύπος και αρκετοί ερευνητές αναφέρονται έτσι στον «ακροδεξιό λαϊκισμό» ή στην «λαϊκιστική ακροδεξιά» με τρόπο ώστε τα δύο να ταυτίζονται. Πρόκειται φυσικά για μια ευρω-κεντρική παρανόηση. Η ιδιαίτερη ευρωπαϊκή εμπειρία ανάγεται εδώ σε οικουμενικό εννοιολογικό κριτήριο. Εκείνο βέβαια που αγνοείται έτσι είναι η ευρύτερη παγκόσμια εικόνα, στην οποία βέβαια κυριαρχούν όχι ακροδεξιοί αλλά μάλλον αριστεροί λαϊκισμοί: θυμίζω εδώ ότι τόσο οι αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής της τελευταίας δεκαετίας (Αργεντινή, Βενεζουέλα, Βολιβία, Ισημερινός, εν μέρει Βραζιλία, κ.λπ.) όσο και εξισωτικά κινήματα όπως το Occupy Wall Street (που διεκδίκησαν την έκφραση του 99% του «λαού» απέναντι στο 1% του «κατεστημένου» των υπερπλουσίων) έχουν πολλάκις χαρακτηριστεί λαϊκιστικά.

Είναι αδύνατον για έναν ερευνητή αλλά και για κάθε ενεργό πολίτη να διαμορφώσει γνώμη για το ζήτημα αν δεν λάβει υπόψη το σύνθετο αυτό πλαίσιο. Εξάλλου, στο πλαίσιο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, η Ευρώπη έζησε και αυτή μαζικά κοινωνικά κινήματα (όπως οι Indignados) που πριμοδοτούν σταδιακά πολιτικά μορφώματα με σαφή γνωρίσματα αριστερού λαϊκισμού. Τέλος, δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ότι στο πλαίσιο ακροδεξιών ιδεολογιών η αναφορές στον «λαό» είναι συνήθως δευτερεύουσες και περιφερειακές καθώς εντάσσονται σε αυστηρά ιεραρχικά (και όχι εξισωτικά ή χειραφετητικά) σχήματα στα οποία την πρωτοκαθεδρία διατηρεί η αναφορά στο έθνος ή τη φυλή, ενώ ως κύριος αντίπαλος δεν ορίζεται το «κατεστημένο» αλλά μάλλον οι μετανάστες. Υπό την έννοια αυτή, πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η έννοια «λαϊκισμός» είναι ακατάλληλη για την περιγραφή αυτών των μορφωμάτων× μπορεί δε να τους προσφέρει άλλοθι για την απόκρυψη του περισσότερο ή λιγότερο αντι-δημοκρατικού προφίλ τους.

Στις σύγχρονες κοινωνίες τα ΜΜΕ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς την καλλιέργεια των κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων, τον επικαθορισμό της συμπεριφοράς και την κατασκευή της κοινής γνώμης. Πρόκειται για το γνωστό φαινόμενο της μεσοποίησης. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από την επιστημονική συζήτηση το ζήτημα της σχέσης λαϊκισμού και ΜΜΕ. Ειδικότερα, πολλοί μελετητές μιλούν για ιδιαίτερες μορφές νεολαϊκισμού, στις οποίες ενίοτε αποδίδουν την ετικέτα του «μεσολαϊκισμού» ή και του «τηλελαϊκισμού». Είναι, αναμφίβολα, διαστάσεις του φαινομένου που θα μας απασχολήσουν στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος POPULISMUS.

Σπάνια προκύπτουν λαϊκιστικές κινητοποιήσεις χωρίς την σοβαρή ένταση κάποιων κοινωνικών προβλημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ερνέστο Λακλάου, ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του λαϊκισμού, θεωρούσε τα κοινωνικά και πολιτικά «αιτήματα» ως τη βασική μονάδα ανάλυσης κάθε λαϊκιστικού φαινόμενου. Δεν υπάρχει λαϊκισμός, λοιπόν, χωρίς την συσσώρευση ανικανοποίητων κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Πρόκειται για αιτήματα που μπορεί να αφορούν τη φτώχεια και την ανισότητα, την πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες και δημόσια αγαθά ή και την διεκδίκηση ισότιμης πολιτικής συμμετοχής. Υπό την έννοια αυτή, στη βάση κάθε λαϊκιστικής κινητοποίησης εντοπίζουμε συνήθως μια αποτυχία του θεσμικού οικοδομήματος να εξασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή με όρους στοιχειώδους κοινωνικο-οικονομικής δικαιοσύνης και πολιτικής ισότητας. Η αποτυχία αυτή δημιουργεί αισθήματα ματαίωσης και οργής στα στρώματα που πλήττονται και μπορεί να τα οδηγήσει στην αναζήτηση νέας πολιτικής εκπροσώπησης.

Σε μια τέτοια συγκυρία, μπορεί να εμφανιστούν με αυξημένες αξιώσεις απήχησης, ηγέτες, κινήματα ή κόμματα ποικίλων πολιτικών κατευθύνσεων που θα επιχειρήσουν να συναρθρώσουν τα συσσωρευμένα αιτήματα στη βάση της απόρριψης η αντίθεσης προς το κυρίαρχο θεσμικό σύστημα που αδυνατεί να τα ικανοποιήσει. Συναρθρώσεις αυτού του τύπου μπορούν να χαρακτηριστούν λαϊκιστικές στο βαθμό που αντιπαραθέτουν τον «λαό» - το υποκείμενο των ανικανοποίητων αιτημάτων – προς το «κατεστημένο», που αδυνατεί ή αρνείται να τα ικανοποιήσει και να αναγνωρίσει τα ίσα δικαιώματα των κατώτερων στρωμάτων. Βλέπουμε λοιπόν πως τα λαϊκιστικά εγχειρήματα προκύπτουν συνήθως ως απάντηση σε υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα. Ωστόσο, η αποτίμηση και αξιολόγησή τους απαιτεί την μελέτη της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά καθώς ο κάθε λαϊκισμός διεκδικεί διαφορετικές λύσεις με διαφορετικούς τρόπους και γι αυτό μπορεί να λειτουργήσει δυνητικά είτε ως εχθρός είτε ως σύμμαχος της δημοκρατίας.

Τα πιο βασικά παραδείγματα λαϊκισμού από τη νεώτερη πολιτική ιστορία είναι:

(1)     Ο ρωσικός πρωτο-σοσιαλιστικός λαϊκισμός του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα (Ναρόντνικοι),

(2)     Ο αμερικανικός λαϊκισμός της δεκαετίας του 1890, ένα κίνημα που πυροδοτήθηκε από την άγρια καπιταλιστική ανάπτυξη της περιόδου που οδηγούσε τα αγροτικά στρώματα στην υπερχρέωση και την υποβάθμιση δημιουργώντας κοινό πολιτικό έδαφος με τους εργατικούς αγώνες της εποχής (διεκδίκηση οκταώρου κ.λπ.),

(3)     Οι λατινοαμερικάνικοι λαϊκισμοί, παλιοί και νέοι, από τον ύστερο Βάργκας και τον Περόν στον Τσάβες και τους Κίρσνερ,

(4)     Οι διάφοροι ακροδεξιοί λαϊκισμοί στην Ευρώπη.

Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε την σταθερή παρουσία λαϊκιστικών στοιχείων στην σύγχρονη ελληνική πολιτική κουλτούρα, με πιο γνωστό παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980.

Υπάρχει κάτι που συνδέει τόσο ετερογενή μεταξύ τους φαινόμενα; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα που απασχολεί τη σύγχρονη κοινωνικο-πολιτική έρευνα παγκοσμίως. Μαζί με μερικά ακόμη: Τελικά ο λαϊκισμός είναι μια ξεχωριστή ιδεολογική οικογένεια, ένα διάχυτο πολιτικό ύφος, ή μια μορφή διεκδικητικής οργάνωσης του πολιτικού λόγου; Πρόκειται για εχθρό ή σύμμαχο της δημοκρατίας; Ή μήπως και τα δύο; Υπό ποιες ακριβώς συνθήκες; Ελπίζουμε ότι στο πλαίσιο των ερευνητικών δραστηριοτήτων του POPULISMUS θα κατορθώσουμε να διαφωτίσουμε αυτά τα ζητήματα με αξιόπιστο και πρωτότυπο τρόπο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ
vkost@naftemporiki.gr
@VasKostoulas

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή