Τoυ Γρηγόρη Ζαρωτιάδη, καθηγητή Τμήματος Οικονομικών Επιστημών και μέλους Σ.Δ. ΑΠΘ, διευθυντή του Διεπιστημονικού Εργαστηρίου Παρευξείνιων και Μεσογειακών Μελετών (ΔΕΠΑΜΕΜ), μέλους της Παγκόσμιας Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών (WAAS), προέδρου της Ένωσης Οικονομικών Πανεπιστημίων Νότιας, Ανατολικής Ευρώπης και Παρευξείνιας Ζώνης (ASECU)
Η ΑΝΑΚΤΗΣΗ της επενδυτικής βαθμίδας βελτιώνει το κόστος άντλησης κεφαλαίων από τις διεθνείς χρηματαγορές, αλλά δεν δείχνει από μόνη της αν βρισκόμαστε σε καλό δρόμο.
Με την είσοδό της στην Ευρωζώνη (2001) η ελληνική οικονομία εκτινάχθηκε και διατηρήθηκε στο Α+ και Α έως και το
2009!
Παρ’ όλη τη βελτίωση των μοντέλων αξιολόγησης, υπόκεινται αναπόφευκτα σε πολιτικοοικονομικές παραπλανήσεις και σκοπιμότητες.
Με την πολυδιαφημιζόμενη «έξοδο από τα μνημόνια» το 2018, οι βαθμίδες πήραν ξανά την ανιούσα, για να φτάσουν αγκομαχώντας στο επίπεδο του 1998.
Μήπως οι τρέχουσες αξιολογήσεις των διεθνών οίκων καταλήξουν πάλι σε μια αντίστοιχα παταγώδη διάψευση;
Η ΈΛΛΕΙΨΗ ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας επιμένει. Σε αντίθεση με το σύνολο της Ευρωζώνης, το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο επέστρεψε σε επιδεινούμενα αρνητικά επίπεδα.
Μάλιστα, η διαχρονική αδυναμία της ελληνικής παραγωγής αποτυπώνεται στο εμπορικό έλλειμμα προϊόντων (χωρίς τις υπηρεσίες και τον τουρισμό), το οποίο, πολύ πιο επιβαρυμένο, επανήλθε στα επίπεδα του 2008, -15% του ΑΕΠ!
Το Συμβούλιο Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδoς (ΤτΕ) αναδεικνύει, στην πρόσφατη έκθεσή του, τις αιτίες που συντηρούν τη χαμηλή παραγωγικότητα – ελλιπείς παραγωγικές επενδύσεις, υστέρηση στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό στην αγροτική παραγωγή και τη μεταποίηση, ασθενής δραστηριότητα σε κλάδους με υψηλή ενσωμάτωση υπεραξίας.
Η μεγάλη απόσταση από την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρείται: το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας έχει πέσει στο 39% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, χαμηλότερα ακόμη και από πριν από την είσοδο στην Ευρωζώνη!
Το 2008 ανήλθε στο 60%, ακολούθησε η κατακόρυφη πτώση του στην επόμενη πενταετία συνεχίζοντας έως και σήμερα (1), παρά την επιστροφή των θετικών ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Τουτέστιν, μια μεγέθυνση που στηρίχθηκε στην εντατικοποίηση της απασχόλησης (η μέση Ελληνίδα εργαζόμενη συνεχίζει να εργάζεται περισσότερες ώρες από τη μέση Ευρωπαία), παρά στην αύξηση της παραγωγικότητας.

ΚΑΜΙΑ ΈΚΠΛΗΞΗ λοιπόν για την επάνοδο των μεγάλων εμπορικών ελλειμμάτων μετά τον μνημονιακό κορσέ: η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας συνεχίζει επιδεινούμενη, λόγω του ενεργειακού κόστους, της αφαίμαξης υπεραξίας από τον εγχώριο χρηματοπιστωτικό τομέα και βεβαίως λόγω της συγκριτικής επιδείνωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας.
Όμως αυτή δεν οφείλεται σε δήθεν αυξήσεις των μισθών πέραν της παραγωγικότητας.
Ο μέσος μισθός βαίνει συνεχώς μειούμενος έναντι του κατά κεφαλήν εισοδήματος (με εξαίρεση στη βαθιά υποχώρηση της παραγωγής στο πρώτο μνημόνιο και στην πανδημία), χάνοντας εντέλει το ένα τέταρτο του σχετικού του μεγέθους (!) από την υιοθέτηση του ευρώ.
Την ίδια στιγμή, το συνολικό μερίδιο των μισθών παραμένει μερικώς αυξανόμενο από το 26% στο 28% και πλέον του συνολικού ΑΕΠ, επιβεβαιώνοντας και αυτό την υστερούσα παραγωγικότητα και την εντατικοποίηση της εργασίας.
Η ευτυχής σύμπτωση των συνολικά 70 δισ. € εισρεόντων κεφαλαίων -Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ΚΑΠ και ΕΣΠΑ 2021-2027- χαρακτηρίζεται από αμφισβητούμενη παραγωγική αξιοποίηση, καθυστέρηση και συγκεντροποίηση (2).
Ανάλογη ήταν βεβαίως και η τύχη των «φθηνών» κεφαλαίων που μας προσέφερε η διεθνής χρηματαγορά μετά την υιοθέτηση του ευρώ.
Πρόκειται απλά για τα επανερχόμενα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού: μεταπρατισμός, ολιγοπωλιακός βαρωνισμός και διαπλοκή.
ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ στην Ευρωζώνη, η επενδυτική δραστηριότητα (ποσοστό του σχηματισμού παγίου κεφαλαίου επί του ΑΕΠ) ξεκίνησε από οριακά υψηλότερα επίπεδα. Όμως, μόλις το 12,5% αυτής αφορούσε άμεσα παραγωγικές επενδύσεις (3).
Στο πρώτο μνημόνιο περιορίζεται σημαντικά και ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, κυρίως στο άλλο μέρους του, αυτό των μη-άμεσα-παραγωγικών επενδύσεων.
Όταν ξεκινά η νέα εισροή κοινοτικών κυρίως κονδυλίων (από το 2021), επανέρχεται η συστημική τάση «σπατάλης των επενδυτικών πόρων», διατηρώντας διαχρονικά την άμεσα παραγωγική επένδυση σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα.
ΌΛΟ ΑΥΤΟ αντικατοπτρίζεται (προφανώς) και στην αύξηση του μεριδίου της κατανάλωσης στο ΑΕΠ, σημαντικά πάνω από ό,τι στους εταίρους μας.
Όμως η καταναλωτική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης παραμένει σταθερά στο 20%, ακριβώς όπως και για το σύνολο της Ευρωζώνης.
Συνεπώς, το πρόβλημα με τις δαπάνες του Δημοσίου στην Ελλάδα δεν συνίσταται στο ύψος τους, παρά στη διάρθρωσή τους, στους σκοπούς που εξυπηρετούν και στη διασπάθισή τους.
Σε όσες -ους διαβάζοντας τα προηγούμενα προκλήθηκε προμνησία (déjà vu), δεν πρόκειται για ψευδαίσθηση: μια οικονομία που βασίζεται στην εσωτερική κατανάλωση, διατηρώντας μια συνεχώς βαθύνουσα κοινωνικοοικονομική ανισότητα, ενώ ακόμη και την επενδυτική της δραστηριότητα την επικεντρώνει δυσανάλογα σε μη-άμεσα παραγωγικές επενδύσεις, με εμφανέστατη την υστέρηση ανταγωνιστικότητας.
Την ίδια στιγμή, το διεθνές περιβάλλον δείχνει ξανά ανισόρροπο, αφενός για τις ίδιες, βαθύτερες αιτίες -χρηματοπιστωτική υπερσυσσώρευση, ολιγοπωλιακό ξεσάλωμα, χωρική και ταξική ανισότητα-, αφετέρου λόγω της συγκυρίας των εντεινόμενων πολιτικοοικονομικών ανταγωνισμών.
Κι όλα αυτά χωρίς η χώρα να έχει ανακάμψει πλήρως από τη μνημειώδη απώλεια πραγματικού εισοδήματος (2010-2016), να αντιμετωπίζει μια βαθιά θεσμική, κοινωνική και δημογραφική κρίση και τη βασική διαρθρωτική της αδυναμία, δηλαδή την οπισθοδρόμηση της περιφέρειας.
ΣΕ ΑΥΤΟ το σκηνικό δεν ταιριάζουν βαρύγδουπες δηλώσεις για success stories. Άλλωστε δεν είναι τόσο μακρινές οι διαβεβαιώσεις του Γενάρη του 2008 για τη θωρακισμένη ελληνική οικονομία.
Ακόμη κι αν βελτιώνεται η αξιολόγηση των διεθνών οίκων… Ακόμη κι αν μειώνεται το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ – το οποίο όμως παραμένει άνω του 150% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερο από το 2009 (128,5%), ενώ την ίδια στιγμή υποκαθίσταται από την πιο ανησυχητική αύξηση του ιδιωτικού χρέους, σταθερά άνω του 65% του ΑΕΠ, ενώ το 2009 ανερχόταν μετά βίας στο 13,5%!
Αυτό που μας πρέπει είναι επαγρύπνηση και ριζική αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου: αποκέντρωση, αποσυγκέντρωση και αποσυγκεντροποίηση. Ειδάλλως τα περί «success story» θα καταλήξουν σε «success sorry».
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












