Η προοπτική να αποκτήσει η Τουρκία εκ νέου πρόσβαση στα μαχητικά αεροσκάφη 5ης γενιάς F-35, επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις μεγαλύτερες απειλές για την περιφερειακή ασφάλεια αλλά και το εσωτερικό των ΗΠΑ.
Εκ πρώτης όψεως, μπορεί η τουρκική ηγεσία να διαβάζει θετικά τις εν λόγω υποσχέσεις του Αμερικανού Προέδρου, (σσ: όπως ο Χακάν Φιντάν), όμως στην πραγματικότητα η διατήρηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 εξακολουθεί να αποτελεί την «κόκκινη γραμμή» για το Κογκρέσο και σημαντικό τμήμα του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου.
Ο λόγος; Ο κίνδυνος διαρροής κρίσιμων τεχνολογικών πληροφοριών προς τη Ρωσία με τη ταυτόχρονη κατοχή των S-400 και των F-35.
Σύμφωνα με τον βουλευτή Gregory Meeks, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, το State Department τον ενημέρωσε για την απόφαση να προχωρήσει στην πώληση, χωρίς -όπως υποστήριξε- να παράσχει την απαιτούμενη αιτιολόγηση.
«Στην προκειμένη περίπτωση, το State Department δεν επιχείρησε καν να δικαιολογήσει την απόφασή του. Δεν επικαλέστηκε καμία έκτακτη εξουσία, δεν παρουσίασε γραπτή αιτιολόγηση και επί μήνες αρνείτο να επιδείξει καλόπιστη προσπάθεια προκειμένου να με ενημερώσει για τις επιπτώσεις της πώλησης στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, τη συνεχιζόμενη κατοχή του ρωσικού συστήματος S-400 από την Τουρκία, καθώς και για άλλα ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας», ανέφερε ο Meeks σε δήλωσή του στο Fox News Digital.
Το βασικό σημείο τριβής
Η υπόθεση των S-400 εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό σημείο τριβής μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας. Η Τουρκία υπέγραψε τη συμφωνία αγοράς του ρωσικού συστήματος το 2017 και το παρέλαβε το 2019, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ.
Έτσι, οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στην Τουρκία βάσει του νόμου CAATSA, ενώ απέκλεισαν την Άγκυρα από το πρόγραμμα ανάπτυξης και προμήθειας των F-35. Το αμερικανικό Κογκρέσο έχει, μάλιστα, θεσμοθετήσει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επανενταχθεί στο πρόγραμμα όσο εξακολουθεί να διατηρεί σε επιχειρησιακή κατάσταση τους S-400.
Πώς «απειλούν» οι S-400
Ο λόγος, σαφής. Το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να συλλέγει δεδομένα για αεροσκάφη τεχνολογίας stealth, όπως το F-35.
Σύμφωνα με έκθεση του Foundation for Defense of Democracies (FDD), η ταυτόχρονη λειτουργία των δύο συστημάτων, ιδιαίτερα εάν διασυνδεθούν ή επιχειρούν στον ίδιο χώρο, θα μπορούσε να επιτρέψει τη συλλογή πολύτιμων στοιχείων για τα χαρακτηριστικά του αμερικανικού μαχητικού, πληροφορίες που ενδέχεται να καταλήξουν στη Ρωσία και να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων μεθόδων εντοπισμού ή αντιμετώπισής του.
Παρά τις ενστάσεις αυτές, το State Department υποστηρίζει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ και να συνεισφέρει ουσιαστικά στις επιχειρήσεις της Συμμαχίας.
Από την πλευρά του ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εξακολουθεί να πιέζει για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, εκμεταλλευόμενος (και) το θετικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί στις σχέσεις του με τον Τραμπ.
Για το Κογκρέσο, όμως, μία τέτοια απόφαση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Ήδη, τέσσερις Ρεπουμπλικάνοι Βουλευτές, οι Jimmy Patronis (Ρεπουμπλικάνος από τη Φλόριντα), Gus Bilirakis (Ρεπουμπλικάνος από τη Φλόριντα), Mike Haridopolos (Ρεπουμπλικάνος από τη Φλόριντα) και Nicole Malliotakis (Ρεπουμπλικανή από τη Νέα Υόρκη) εξέδωσαν κοινή δήλωση σχετικά με τις προτεινόμενες πωλήσεις.
«Ως Ελληνοαμερικανοί Μέλη του Κογκρέσου, εκφράζουμε τη βαθιά μας ανησυχία σχετικά με τις αναφορές για μια προτεινόμενη στρατιωτική πώληση κινητήρων στην Τουρκία. Η Τουρκία συνεχίζει να αποτελεί αποσταθεροποιητική δύναμη στην περιοχή μέσω των επεκτατικών και αμφισβητούμενων θαλάσσιων διεκδικήσεών της, της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής της Κύπρου και της ρητορικής δαιμονοποίησης του Ισραήλ».
Η δήλωση συνεχίζει αναφέροντας: «Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου διαθέτει σημαντικές προοπτικές να καταστεί φάρος εμπορικών ευκαιριών, ενεργειακής συνεργασίας και περιφερειακής ασφάλειας —μια προσπάθεια την οποία έχουμε υποστηρίξει ενεργά μέσω νομοθεσίας και δεσμεύσεων— πλην όμως η ρητορική και οι ενέργειες της Τουρκίας απειλούν ολοένα και περισσότερο αυτές τις προσπάθειες, βασικούς συμμάχους των ΗΠΑ, καθώς και την περιφερειακή σταθερότητα. Για παράδειγμα, η υπόθαλψη της Hamas από την Τουρκία, καθώς και η στάση της ως του μοναδικού μέλους του NATO που αρνείται να επιβάλει κυρώσεις κατά της Ρωσίας, προκαλούν βαθιά ανησυχία. Βρισκόμαστε σε ενεργό επικοινωνία με την κυβέρνηση και την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων, προκειμένου να λάβουμε πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω αναφερόμενη πώληση και να εκφράσουμε την έντονη αντίθεσή μας σε οποιαδήποτε προοπτική επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 χωρίς την πλήρη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του CAATSA».
Παρά τις διπλωματικές κινήσεις και τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης, το ζήτημα των S-400 εξακολουθεί να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα στις αμερικανοτουρκικές αμυντικές σχέσεις.
Στην Ουάσιγκτον παραμένει ισχυρή η άποψη ότι όσο η Άγκυρα διατηρεί σε υπηρεσία το ρωσικό σύστημα, οποιαδήποτε πρόσβαση σε τεχνολογία αιχμής όπως το F-35 εγκυμονεί κινδύνους που υπερβαίνουν τις διμερείς σχέσεις και αγγίζουν την ίδια την ασφάλεια του ΝΑΤΟ.
Οι S-400 αποκαλύπτουν τα μυστικά των F-35 (;)
Η αντίδραση των ΗΠΑ δεν προέρχεται απλά και μόνο επειδή η Άγκυρα -ως κράτος μέλος του ΝΑΤΟ- έχει στην κατοχή της το εν λόγω ρωσικό οπλικό σύστημα, αλλά κυρίως επειδή γνωρίζει το πώς θα μπορούσαν οι S-400 να «απειλήσουν» αεροσκάφη τεχνολογίας stealth, όπως το F-35.
Στην ουσία πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς, το οποίο συνδυάζει πολλαπλά ραντάρ διαφορετικών συχνοτήτων, κέντρα διοίκησης και ελέγχου, αισθητήρες και διαφορετικούς τύπους πυραύλων.
Σύμφωνα με μελέτες που έχει στην κατοχή του το Πεντάγωνο, η φιλοσοφία του είναι να εντοπίζει, να παρακολουθεί και να εμπλέκει στόχους σε μεγάλες αποστάσεις, από μαχητικά αεροσκάφη και πυραύλους cruise έως βαλλιστικούς πυραύλους.
Αεροσκάφη stealth, όπως το F-35, δεν είναι και τόσο «αόρατα».
Η τεχνολογία χαμηλής παρατηρησιμότητας μειώνει δραστικά το ίχνος τους στα εχθρικά ραντάρ, καθιστώντας δυσκολότερο τον εντοπισμό και τον εγκλωβισμό τους. Ωστόσο, όσο περισσότερο ένα σύστημα αεράμυνας παρακολουθεί ένα stealth αεροσκάφος από διαφορετικές γωνίες, αποστάσεις και ύψη, τόσο περισσότερα στοιχεία μπορεί να συλλέξει για το πραγματικό του ηλεκτρομαγνητικό αποτύπωμα.
Αυτό ακριβώς αποτελεί τη μεγαλύτερη ανησυχία της Ουάσιγκτον. Εάν μια χώρα διαθέτει ταυτόχρονα S-400 και F-35, το ρωσικό σύστημα θα μπορούσε, μέσα από επαναλαμβανόμενες πτήσεις, ασκήσεις και δοκιμές, να καταγράψει τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται το αμερικανικό μαχητικό στα ραντάρ του. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν το ίχνος (Radar Cross Section), τις συχνότητες στις οποίες εντοπίζεται ευκολότερα, τις αντιδράσεις των αισθητήρων του, ακόμη και τα ηλεκτρονικά ίχνη που αφήνει κατά τη λειτουργία του.
Ακόμη και αν δεν υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των δύο συστημάτων, οι ΗΠΑ φοβούνται ότι τα δεδομένα που θα συλλέγονταν από τους S-400 θα μπορούσαν, άμεσα ή έμμεσα, να καταλήξουν στη Ρωσία.
Με τη σειρά της η Μόσχα, θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτά τα στοιχεία για να βελτιώσει τα λογισμικά επεξεργασίας σημάτων, τους αλγόριθμους αναγνώρισης στόχων και τις μελλοντικές εκδόσεις των ραντάρ της, καθιστώντας ευκολότερο τον εντοπισμό όχι μόνο των τουρκικών αλλά και όλων των F-35 που επιχειρούν στο ΝΑΤΟ.
Εξίσου σοβαρός θεωρείται και ο κίνδυνος αποκάλυψης των τακτικών επιχειρησιακής χρήσης του F-35.
Το αμερικανικό μαχητικό βασίζεται σε προηγμένη σύντηξη αισθητήρων (sensor fusion), ηλεκτρονικό πόλεμο, διαχείριση εκπομπών και ανταλλαγή δεδομένων με άλλα μέσα του ΝΑΤΟ.
Η συνεχής παρατήρηση της συμπεριφοράς του από ένα προηγμένο ρωσικό σύστημα αεράμυνας θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας του σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.
Η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα
Σύμφωνα με ανάλυση του breakingdefense, εάν κάτι τέτοιο συνέβαινε, δεν αποκλείεται, η Ρωσία να μοιραστεί κρίσιμες τεχνολογικές πληροφορίες για το F-35 και με χώρες όπως η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.
Στο δημοσίευμα αναφέρεται ως παράδειγμα το γεγονός ότι η Μόσχα φέρεται να έχει παραδώσει στο Ιράν αμερικανικά αντιαρματικά συστήματα Javelin και αντιαεροπορικούς πυραύλους Stinger, τα οποία είχαν καταληφθεί στο πεδίο μάχης στην Ουκρανία, προκειμένου η Τεχεράνη να τα μελετήσει και να αναπτύξει αντίμετρα ή αντίστοιχες δυνατότητες.
Υποστηρίζεται, επίσης, ότι η Ρωσία, η οποία έχει λάβει σημαντική υποστήριξη από την Κίνα, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα στον πόλεμο με την Ουκρανία, θα μπορούσε να «ανταποδώσει» παρέχοντας πληροφορίες που θα βοηθούσαν τις χώρες αυτές να εντοπίζουν, να παρακολουθούν ή ακόμη και να καταρρίπτουν F-35.
Σε κάθε περίπτωση, μία τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε κινδύνους όχι μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για συμμάχους που επιχειρούν το συγκεκριμένο μαχητικό, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, το Ισραήλ και άλλοι εταίροι.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












