Τoυ Σωτήρη Βασιλάκου, προέδρου του Συλλόγου Υπαλλήλων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους
Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ δικαστική απόφαση (ΟλΑΠ 6/2026) για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν.3869/2010 (νόμος Κατσέλη) αποτελεί μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους.
Αν και η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως στην ελάφρυνση των οφειλετών και στις πιθανές επιπτώσεις για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, η πραγματική σημασία της απόφασης είναι ευρύτερη.
Επηρεάζει τις παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων του προγράμματος «Ηρακλής» και επαναφέρει στο προσκήνιο μια θεμελιώδη αρχή της χρηματοοικονομικής θεωρίας: τη χρονική αξία του χρήματος.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, η συζήτηση περί ενδεχόμενης ενεργοποίησης κρατικών εγγυήσεων δεν εξελίσσεται σε θεσμικό κενό.
Ο ΟΔΔΗΧ και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ενσωματώνουν διαχρονικά στις αναλύσεις βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους τους κινδύνους που απορρέουν από ενδεχόμενες υποχρεώσεις του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών εγγυήσεων.
Η πρακτική αυτή επιτρέπει την αξιολόγηση των εξελίξεων με ψυχραιμία και τεχνοκρατική προσέγγιση, μακριά από υπερβολές, ενώ παράλληλα αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «Ηρακλής» αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό εξυγίανσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μετά την κρίση.
Μέσω τιτλοποιήσεων, μεγάλα χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων μεταφέρθηκαν σε οχήματα ειδικού σκοπού, τα οποία εξέδωσαν τίτλους διαφορετικής διαβάθμισης κινδύνου.
ΟΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ εγγυήσεις αφορούν αποκλειστικά τους senior τίτλους, οι οποίοι θεωρούνται οι ασφαλέστεροι της δομής.
Σήμερα, το ύψος των εγγυήσεων αυτών ανέρχεται σε περίπου 17 δισ. ευρώ, επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο της αρχικής εφαρμογής του προγράμματος, γεγονός που αντανακλά τις ανακτήσεις και τις αποπληρωμές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
Η ΑΞΙΑ των τίτλων αυτών εξαρτάται από τις μελλοντικές ανακτήσεις των δανείων. Οι συναλλαγές σχεδιάστηκαν με βάση συγκεκριμένες προβλέψεις για τις μελλοντικές χρηματοροές.
Όταν μια δικαστική απόφαση μεταβάλλει τις παραδοχές αυτές είναι αναπόφευκτο να επηρεάζονται οι αποτιμήσεις και τα επιχειρηματικά σχέδια των σχετικών τιτλοποιήσεων.
Ωστόσο, η σύνδεση της απόφασης με τις κρατικές εγγυήσεις δεν είναι ούτε άμεση ούτε αυτόματη. Οι πρώτες ζημίες απορροφώνται από τους κατόχους των junior τίτλων και στη συνέχεια από τους κατόχους των mezzanine τίτλων.
Μόνο εφόσον εξαντληθούν αυτά τα επίπεδα προστασίας δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος για τους senior τίτλους που καλύπτονται από το Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς, η απόφαση αυξάνει την αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανακτήσεις, χωρίς όμως να σημαίνει αυτομάτως ότι οι κρατικές εγγυήσεις βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.
ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ ίσως στοιχείο αβεβαιότητας αφορά το ενδεχόμενο αναδρομικών συνεπειών. Αν η νέα νομολογιακή προσέγγιση αποτελέσει βάση για ευρύτερους επανυπολογισμούς απαιτήσεων ή νέες δικαστικές διεκδικήσεις, τότε η επίδραση δεν θα περιοριστεί στις μελλοντικές εισπράξεις.
Θα επηρεάσει τις ίδιες τις παραδοχές αποτίμησης χαρτοφυλακίων που έχουν ήδη τιτλοποιηθεί. Αυτό είναι το
σημείο που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό σε επενδυτές και διαχειριστές απαιτήσεων, καθώς οι τιτλοποιήσεις στηρίζονται σε προβλέψιμες ταμειακές ροές και σε σταθερούς κανόνες αποτίμησης.
ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ διάλογο συχνά δημιουργείται η εντύπωση ότι οποιαδήποτε κατάπτωση εγγύησης του προγράμματος «Ηρακλής» θα ισοδυναμούσε με δημοσιονομικό σοκ.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι εγγυήσεις του Δημοσίου αποτελούν ενδεχόμενες υποχρεώσεις και παρακολουθούνται συστηματικά από τους αρμόδιους φορείς διαχείρισης του χρέους.
Η πιθανότητα ενεργοποίησής τους δεν θεωρείται εκ προοιμίου αμελητέα, αλλά ούτε και απρόβλεπτη.
Επομένως, ακόμη κι αν η απόφαση αυξάνει την πιθανότητα υλοποίησης ενός τέτοιου κινδύνου, δεν δημιουργεί έναν νέο δημοσιονομικό παράγοντα που δεν είχε ήδη αξιολογηθεί.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για να αποφευχθούν υπερβολικές εκτιμήσεις σχετικά με τις επιπτώσεις στο δημόσιο χρέος.
ΠΙΣΩ από τη συγκεκριμένη δικαστική διαμάχη αναδεικνύεται, ωστόσο, ένα βαθύτερο ζήτημα. Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο το δίκαιο αντιμετωπίζει τη χρονική αξία του χρήματος.
Κάθε πιστωτική απαίτηση ενσωματώνει την παραδοχή ότι η μετάθεση της αποπληρωμής στον χρόνο έχει οικονομικό κόστος, το οποίο συνήθως αποτυπώνεται μέσω των τόκων.
Η αρχή αυτή αποτελεί θεμέλιο της χρηματοδότησης, της αποτίμησης των δανείων και της αξιολόγησης του πιστωτικού κινδύνου.
Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ της χρονικής αξίας του χρήματος δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι τόκοι ή οι ανατοκισμοί μπορούν να επιβάλλονται χωρίς όρια.
Αντιθέτως, η αποζημίωση του πιστωτή για τηνκαθυστέρηση θα πρέπει να λειτουργεί μέσα σε ένα σαφές και προβλέψιμο νομικό πλαίσιο, το οποίο να αποτρέπει καταχρηστικές επιβαρύνσεις σε βάρος του οφειλέτη.
Ακριβώς εδώ ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα που θέτει η απόφαση: Ποια είναι η σωστή ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική αποτίμηση του χρόνου και στην κοινωνική προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών;
ΥΠΑΡΧΕΙ ασφαλώς και η αντίθετη ανάγνωση. Σύμφωνα με αυτή, η απόφαση δεν αμφισβητεί τη χρονική αξία του χρήματος, αλλά θέτει όρια στην εφαρμογή της όταν συγκρούεται με τον κοινωνικό σκοπό της νομοθεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.
Υπό αυτή την προσέγγιση, ο τόκος εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως οικονομικό μέγεθος, χωρίς όμως να μπορεί να λειτουργεί με τρόπο που να ακυρώνει στην πράξη τη δικαστική προστασία που παρέχει ο νόμος.
ΑΚΡΙΒΩΣ σε αυτή τη σύγκρουση αρχών βρίσκεται και η πραγματική σημασία της απόφασης. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφορά μεταξύ δανειοληπτών και πιστωτών, ούτε μόνο για ένα ζήτημα που αφορά τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή».
Πρόκειται για μια δοκιμασία της ικανότητας του ελληνικού νομικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος να ισορροπήσει ανάμεσα στην κοινωνική προστασία, στην ασφάλειαδικαίου και τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών.
Οι επιπτώσεις για το πρόγραμμα «Ηρακλής» είναι αναμφίβολα σημαντικές και θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Ωστόσο, η ουσιαστική πρόκληση βρίσκεται αλλού: στη διατήρηση ενός πλαισίου που θα προστατεύει τους ευάλωτους οφειλέτες χωρίς να υπονομεύει την προβλεψιμότητα πάνω στην οποία στηρίζεται η αποτίμηση του πιστωτικού κινδύνου.
Από την ισορροπία αυτή θα εξαρτηθεί όχι μόνο η επίδραση της συγκεκριμένης απόφασης στις αγορές, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο θα διαμορφωθεί στο μέλλον η σχέση μεταξύ δικαίου, χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και διαχείρισης ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












