Skip to main content

Φαρμακευτικό clawback: Δημοσιονομικό εργαλείο ή μοχλός ιδιωτικοποίησης;

SHUTTERSTOCK

Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηριχθεί επ’ αόριστον σε μηχανισμούς που αποζημιώνουν εκ των υστέρων τη διαρκή δημοσιονομική απόκλιση

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Τoυ Ιωάννη Χαρίση, Global Pharma Licensing & Asset Brokerage

ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΌ clawback σχεδιάστηκε στην Ελλάδα ως μηχανισμός έκτακτης δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Στην πράξη, όμως, εξελίχθηκε σε μόνιμο δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος υγείας, με επιπτώσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τη στενή λογιστική του λειτουργία.

Η διαχρονική αδυναμία ευθυγράμμισης της δημόσιας χρηματοδότησης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς φαρμάκου και των ασθενών έχει αναδείξει το μέτρο σε κεντρικό σημείο της συζήτησης για το μέλλον της δημόσιας υγείας, της ιδιωτικής δαπάνης και της πρόσβασης στην καινοτομία.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα, καθώς η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει πολύ υψηλή ιδιωτική συμμετοχή στις δαπάνες υγείας, ενώ πρόσφατες αναλύσεις επισημαίνουν ότι η χώρα εμφανίζει από τα υψηλότερα επίπεδα ιδιωτικών πληρωμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Την ίδια στιγμή, το πλαίσιο του clawback παραμένει ενεργό και έχει ήδη υποστεί νέες παρεμβάσεις, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να ανακατανείμει το βάρος του μηχανισμού και να περιορίσει τις στρεβλώσεις στα χαμηλού κόστους φάρμακα.

Η ΒΑΣΙΚΗ λογική του clawback είναι γνωστή: όταν η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη υπερβαίνει το εκ των προτέρων εγκεκριμένο όριο, η υπέρβαση επιστρέφεται από τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά. Με αυτόν τον τρόπο το κράτος μεταφέρει στον κλάδο μέρος του δημοσιονομικού ρίσκου.

Όμως, όταν η απόκλιση μεταξύ πραγματικής ζήτησης και δημόσιου προϋπολογισμού γίνεται διαρκής, ο μηχανισμός παύει να λειτουργεί ως έκτακτο μέτρο και μετατρέπεται σε δομικό φορτίο για ολόκληρο το σύστημα.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι και αναπτυξιακό. Σε ένα περιβάλλον όπου οι υποχρεωτικές επιστροφές και οι εκπτώσεις φθάνουν σε επίπεδα που χαρακτηρίζονται από την ίδια τη βιομηχανία ως μη βιώσιμα, η προβλεψιμότητα μειώνεται και η αποστροφή στον επενδυτικό κίνδυνο αυξάνεται.

Η φαρμακευτική αγορά λειτουργεί έτσι με όρους υπερφορολόγησης και αβεβαιότητας, γεγονός που επηρεάζει ιδιαίτερα τις εταιρείες που διαθέτουν καινοτόμα, χαμηλού όγκου ή υψηλού κόστους, προϊόντα.

Σε τέτοιες συνθήκες η πρόσβαση στην καινοτομία δεν εξαρτάται μόνο από την επιστημονική αξία των θεραπειών, αλλά και από την ικανότητα του συστήματος να τις αποζημιώσει με τρόπο προβλέψιμο και οικονομικά ισορροπημένο.

ΤΗΝ ΊΔΙΑ ώρα η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στις επιχειρήσεις. Η δημόσια συζήτηση καταγράφει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλή ιδιωτική επιβάρυνση για φάρμακα και υπηρεσίες υγείας, με σημαντικό μέρος του κόστους να μεταφέρεται απευθείας στους ασθενείς.

Αυτό σημαίνει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία του κράτους δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε πραγματική εξοικονόμηση για την κοινωνία, συχνά μετατρέπεται σε μετακύλιση κόστους προς τα νοικοκυριά και τον ιδιωτικό τομέα.

Όταν η δημόσια κάλυψη δεν είναι επαρκής, οι πολίτες αναζητούν παράλληλους μηχανισμούς προστασίας, με αποτέλεσμα η ιδιωτική ασφάλιση να αποκτά μεγαλύτερη σημασία ως συμπληρωματικός πυλώνας.

ΑΥΤΟ ακριβώς τροφοδοτεί και τη συζήτηση περί «ιδιωτικοποίησης». Η έννοια δεν αφορά κατ’ ανάγκη πώληση δημόσιων δομών ή τυπική αποχώρηση του κράτους από την υγεία.

Αφορά κυρίως τη σταδιακή μετατόπιση της χρηματοδότησης προς τον ιδιώτη, είτε μέσω άμεσων πληρωμών είτε μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών καλύψεων.

Σε μια τέτοια εξέλιξη η πρόσβαση δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την ανάγκη του ασθενούς και τη δημόσια εγγύηση, αλλά όλο και περισσότερο από την οικονομική του δυνατότητα.

Πρόκειται για μια πιο σιωπηρή μορφή μετασχηματισμού, η οποία δεν αλλάζει απαραίτητα τη νομική μορφή του συστήματος, αλλά αλλάζει ουσιωδώς τη λειτουργία του.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ εμπειρία καθιστά τη συζήτηση αυτή ιδιαίτερα επίκαιρη. Η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλό ποσοστό ιδιωτικών δαπανών υγείας, ενώ η πίεση στο σύστημα φαρμάκου και στους παρόχους υγείας παραμένει έντονη.

Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε παρεμβάσεις στο καθεστώς του clawback, επιχειρώντας να το καταστήσει πιο στοχευμένο και να ελαφρύνει την επιβάρυνση σε χαμηλού κόστους φάρμακα.

Η κατεύθυνση αυτή δείχνει ότι ακόμη και το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει πως ο μηχανισμός, στην παρούσα μορφή του, έχει φτάσει στα όριά του.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ, ωστόσο, είναι βαθύτερο: πρόκειται για τεχνική διόρθωση ή για αναδίπλωση ενός συστήματος που μεταφέρει ολοένα και περισσότερο το βάρος στον ιδιωτικό τομέα;

Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Από τη μια πλευρά, το clawback παραμένει αναγκαίο εργαλείο ελέγχου της δαπάνης σε ένα περιβάλλον όπου η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελεί δεδομένο.

Από την άλλη, όταν το εργαλείο αυτό διατηρείται επί χρόνια σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, τότε παύει να είναι προσωρινή λύση και γίνεται ένδειξη συστημικής αδυναμίας: αδυναμίας προγραμματισμού, αδυναμίας πρόβλεψης και, τελικά, αδυναμίας αναχρηματοδότησης του δημόσιου πυλώνα υγείας.

Η ΟΥΣΙΑ του προβλήματος βρίσκεται ακριβώς εκεί. Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να στηριχθεί επ’ αόριστον σε μηχανισμούς που αποζημιώνουν εκ των υστέρων τη διαρκή δημοσιονομική απόκλιση.

Αν η πολιτεία επιθυμεί να διατηρήσει έναν ουσιαστικά καθολικό και βιώσιμο χαρακτήρα στην υγειονομική κάλυψη, χρειάζεται πιο σταθερό πλαίσιο χρηματοδότησης, καλύτερο έλεγχο της κατανάλωσης, πιο αποτελεσματική παρακολούθηση της συνταγογράφησης και σαφείς κανόνες κατανομής του κόστους μεταξύ κράτους, παρόχων, βιομηχανίας και ασθενών.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ, ο κίνδυνος είναι σαφής: η σταδιακή μετατόπιση προς ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου η δημόσια κάλυψη θα συνεχίσει τυπικά να υπάρχει, αλλά η πραγματική πρόσβαση και η ταχύτητα εξυπηρέτησης θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από το αν ο πολίτης διαθέτει ιδιωτική κάλυψη ή άμεση αγοραστική δύναμη.

Και αυτό είναι το σημείο όπου η συζήτηση για το clawback συναντά τη μεγάλη πολιτική και κοινωνική συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής υγείας.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η τεχνική διαχείριση του clawback, αλλά το ποιο μοντέλο υγείας θέλει τελικά η χώρα.

Αν η δημόσια χρηματοδότηση παραμείνει ανεπαρκής και η ευθύνη μετακυλίεται διαρκώς αλλού, η ιδιωτικοποίηση δεν θα έρθει με μια μεγάλη τομή, αλλά με μια αθόρυβη και σταθερή διολίσθηση.

Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι ποιος πλήρωσε το κόστος, αλλά ποιος εξακολουθεί να έχει πραγματική πρόσβαση στην περίθαλψη.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.