Skip to main content

Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος: Για άλλη μια χρονιά το κλίμα του πλανήτη – και της Ελλάδος – αλλάζει

Nick Paleologos / SOOC

Φέτος η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος δεν γιορτάζεται «για πλάκα», αλλά ως μία ακόμη υπενθύμιση ή προειδοποίηση - για μια κατάσταση της οποίας αποτελούμε μέρος του προβλήματος, που αν δεν αλλάξουμε τις συνήθειες και τις ευκολίες που το επιδεινώνουν, θα συνεχίσει να γιγαντώνεται

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος ήταν κάποτε για τους περισσότερους μια γενική υπενθύμιση «να αγαπάμε τη φύση», λέγοντας αστειευόμενοι ότι για μία ημέρα ας «αγκαλιάσουμε τα δέντρα» (δηλ. ας γίνουμε «tree huggers»).

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ξεκίνησε τη δραστηριότητά του το ECOWEEK και μάλιστα όταν φέραμε τον πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Αλ Γκορ στο Μέγαρο Μουσικής να μιλήσει για την κλιματική αλλαγή, πολλοί μας έλεγαν ότι «αυτά δεν αφορούν την Ελλάδα, μια μικρή χώρα, παρά μόνο μεγάλες χώρες όπως η Αμερική, που είναι και η πηγή του προβλήματος».

Τότε στην οθόνη βλέπαμε την πλημμυρισμένη Νέα Ορλεάνη μετά τον τυφώνα Κατρίνα (2005) και άλλες καταστροφές, όμως όλα φαίνονταν τόσο μακρινά και τόσο αδιάφορα, πιθανόν, για τους περισσότερους. Επιτρέποντάς μας να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε το ενεργοβόρο lifestyle της μοντέρνας εποχής, μακριά από όλα αυτά τα «ξένα» δυσάρεστα γεγονότα. Όχι όμως πια. Γεγονότα όπως ο τυφώνας Κατρίνα και οι πυρκαγιές στην Καλιφόρνια (2018) είναι πλέον και δικά μας. Οι εικόνες φυσικών καταστροφών έχουν πιά ελληνικά ονόματα και συνοδεύονται από ελληνικά κείμενα, καθώς η εποχή της κλιματικής κρίσης συμπεριλαμβάνει πλέον και τη Μεσόγειο, αλλά και την Ελλάδα. Έτσι, φέτος, η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος δεν γιορτάζεται «για πλάκα», αλλά ως μία ακόμη υπενθύμιση ή προειδοποίηση – για μια κατάσταση της οποίας αποτελούμε μέρος του προβλήματος, που αν δεν αλλάξουμε τις συνήθειες και τις ευκολίες που το επιδεινώνουν, θα συνεχίσει να γιγαντώνεται.

Το 2026 θεωρήθηκε ως το δεύτερο θερμότερο έτος στην Ιστορία, με το καλοκαίρι του 2024 να κατέχει τα πρωτεία ως το θερμότερο που έχει καταγραφεί ποτέ παγκοσμίως και η πρώτη φορά που η μέση θερμοκρασία του πλανήτη πλησίασε το όριο του 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα. Ιδιαίτερα, η περίοδος από τον Ιούνιο του 2023 έως τον Αύγουστο του 2024 έφερε δεκαπέντε συνεχόμενους μήνες παγκόσμιων θερμοκρασιακών ρεκόρ καταρρίπτοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Αυτό δεν σημαίνει μόνο «λίγη περισσότερη ζέστη». Σημαίνει συχνότερους, μεγαλύτερης ισχύος και διάρκειας καύσωνες, εντονότερες ξηρασίες, πιο βίαιες βροχοπτώσεις, σφοδρές καταιγίδες «Σούπερ Ελ Νίνιο» και μεγαλύτερο κίνδυνο πυρκαγιών.

Η Ελλάδα γνωρίζει ήδη τον κίνδυνο των πυρκαγιών. Η πυρκαγιά στο Μάτι – Νέο Βουτζά – Ραφήνα στην Ανατολική Αττική, τον Ιούλιο 2018 άφησε πίσω της 104 νεκρούς, 13.000 στρέμματα καμένης έκτασης, χιλιάδες καμένα σπίτια και αυτοκίνητα, και μια κοινωνία τραυματισμένη. Την ίδια χρονιά κάηκαν 86.000 στρέμματα σε Αττική, Κορινθία, Κρήτη, Μαγνησία, Λάρισα και Εύβοια. Το 2023 με τις καταστροφικότερες πυρκαγιές της σύγχρονης ιστορίας με επίκεντρα τον Έβρο, τη Ρόδο, τα Δερβενοχώρια, τη Δυτική Αττική και τη Μαγνησία κατέστρεψαν 1.700.000 στρέμματα. Η πυρκαγιά στον Έβρο – η μεγαλύτερη σε έκταση πυρκαγιά σε δασική περιοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2000, με περισσότερα από 935.000 στρέμματα καμένης γης – τα 47% δασικές και 34% θαμνώδεις εκτάσεις και προστατευόμενες περιοχές Natura 2000 συμπεριλαμβανομένου του Εθνικού Πάρκου Δάδους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου και τμήματος του Δέλτα του Έβρου.

Όσο για κακοκαιρίες, το 2023, η κακοκαιρία Ντάνιελ πλημμύρισε τη Θεσσαλία, προκάλεσε 17 θανάτους, τεράστιες ζημιές σε καλλιέργειες, οδικό δίκτυο, γέφυρες, σιδηροδρομικές γραμμές, σχολεία, σπίτια και υποδομές, όπως δίκτυα ύδρευσης, και πάνω από 220.000 νεκρά παραγωγικά ζώα. Το κόστος των ζημιών ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ και προκάλεσε σημαντικό πλήγμα στον πρωτογενή τομέα και την τοπική οικονομία.

Ένα από τα αποτελέσματα της κλιματικής κρίσης είναι η άνοδος της στάθμης της θάλασσας. Από το 1993 μέχρι το 2024 η μέση στάθμη παγκοσμίως έχει αυξηθεί κατά πάνω από 11 εκατοστά, ενώ ο ετήσιος ρυθμός ανόδου έχει υπερδιπλασιαστεί από 2,1 χιλ/έτος το 1993 σε περίπου 4,5 χιλ/έτος σήμερα. Στη Μεσόγειο η άνοδος υπολογίζεται σε περίπου 2,8 έως 3 χιλιοστά ετησίως, με αναμενόμενη αύξηση έως και 20 εκατοστά έως το 2050 και ένα μέτρο μέχρι το 2100. Η κατάσταση ενδέχεται να αναγκάσει έως και 20 εκατομμύρια ανθρώπους («κλιματικούς πρόσφυγες») να εγκαταλείψουν παράκτιες ζώνες της Μεσογείου έως το 2100 αν δεν ληφθούν μέτρα. Στον Ειρηνικό ήδη μεταφέρονται οι κάτοικοι των νησιών Τουβαλού, Κιριμπάτι, Τόνγκα και Φίτζι στη Νέα Ζηλανδία και στην Αυστραλία (με «βίζες κλιματικών προσφύγων»), εξαιτίας της σταδιακής αύξησης της στάθμης της θάλασσας. Στη Μεσόγειο οι μετρήσεις δείχνουν τοπικές διακυμάνσεις απειλώντας παράκτιους οικισμούς, υποδομές και την τοπική οικονομία, με ορισμένες περιοχές, όπως τα ανοιχτά της Πελοποννήσου, να καταγράφουν τοπικά αυξημένες τάσεις ανόδου. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής, σημαίνει διάβρωση παραλιών, πίεση σε λιμάνια, παραλιακούς δρόμους, ξενοδοχειακές μονάδες, αρχαιολογικούς χώρους και οικισμούς που αναπτύχθηκαν πολύ κοντά στη θάλασσα και εξαρτώνται από το θαλάσσιο οικοσύστημα.

Η θερμοκρασία της Μεσογείου – αυξάνεται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο των ωκεανών – επηρεάζει την αλιεία και τη βιοποικιλότητα. Είδη μετακινούνται, άλλα μειώνονται, ενώ χωροκατακτητικά είδη/εισβολείς, όπως ο Λαγοκέφαλος, ο Λεοντόψαρος, η Μοβ  Μέδουσα, το Χειμωνιάτικο, ο Γόνος και άλλα, εξαπλώνονται και καταστρέφουν τα υποθαλάσσια λιβάδια ποσειδωνίας, τα μικρότερα ψάρια του βυθού και τα τοπικά οικοσυστήματα. Επίσης, προκαλούν ζημιές στα δίχτυα των ψαράδων, για τους οποίους οι αλλαγές αυτές σημαίνουν αλλαγή στα αλιεύματα, ζημιές στα εργαλεία, απώλεια εισοδήματος και ανάγκη προσαρμογής.

Με την άνοδο της θερμοκρασίας η λειψυδρία γίνεται ολοένα πιο εντεταμένη λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας και της υπερκατανάλωσης. Λιγότερες βροχές, υπεράντληση υπόγειων υδάτων, παλαιές υποδομές και αυξημένες ανάγκες λόγω τουρισμού. Η Κρήτη, οι Κυκλάδες και άλλες νησιωτικές περιοχές πλήττονται σοβαρά από την έλλειψη νερού, ενώ ο υδροφόρος ορίζοντας έχει σχεδόν εξαντληθεί, καταφεύγοντας σε μονάδες αφαλάτωσης με μεγάλο κόστος για τον καταναλωτή. Όταν το νερό λιγοστεύει, δεν επηρεάζεται μόνο η γεωργία· επηρεάζεται η καθημερινή ζωή των κατοίκων και ο τουρισμός, καθώς περιορίζεται η φέρουσα ικανότητα των περιοχών αυτών να φιλοξενήσουν μεγάλο αριθμό επισκεπτών.

Αναζητώντας λύσεις, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το European Green Deal θέτει ως στόχο την κλιματική ουδετερότητα της Ευρώπης έως το 2050. Αυτό μεταφράζεται σε επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, κυκλική οικονομία, βιώσιμες μεταφορές, ανακαίνιση κτιρίων και προστασία της φύσης. Η Ολλανδία, ηγείται σε αυτόν τον τομέα με στόχο να γίνει μια πλήρως κυκλική οικονομία μέχρι το 2050, με ενδιάμεσο στόχο τη μείωση κατά 50% της χρήσης πρωτογενών πρώτων υλών μέχρι το 2030.

Στην Ελλάδα, έξι πόλεις —Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καλαμάτα, Κοζάνη και Τρίκαλα— συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή αποστολή για 100 κλιματικά ουδέτερες και έξυπνες πόλεις έως το 2030. Αυτό σημαίνει σχέδια για καθαρότερες μετακινήσεις, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, περισσότερο πράσινο, καλύτερη διαχείριση απορριμμάτων, έξυπνα δίκτυα και νέες μορφές συμμετοχής των πολιτών.

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα γίνεται μεγάλη πρόοδος στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, παρόλο που έχουν ακόμη να λύσουν ουσιαστικά εμπόδια όπως η περιορισμένη χωρητικότητα των παλαιών δικτύων μεταφοράς, η μεγάλη απόσταση της παραγωγής από τα κέντρα κατανάλωσης, το πρόβλημα της «πάπιας» δηλαδή τη δυσκολία της εξισορρόπησης του φορτίου μεταξύ της ώρας μέγιστης παραγωγής (μεσημέρι) και της ώρας μέγιστης ζήτησης (πρωί και βράδυ) χωρίς την απώλεια ενέργειας και κυρίως το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα όταν η εγκατάστασή τους γίνεται σε προστατευμένες περιοχές. Το 2026, οι ΑΠΕ αποτελούν τον πυρήνα του ενεργειακού μείγματος στην Ελλάδα καλύπτοντας πάνω από το 56% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας – 22% ηλιακά, 22% αιολικά και 12% υδροηλεκτρικά -, με αύξηση της τάξης του 8,5% σε ετήσια βάση, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην πρώτη δεκάδα παγκοσμίως. Στόχος να φτάσει το 80% παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έως το 2030 και με στόχο την κλιματική ουδετερότητα και 100% διείσδυση ΑΠΕ ως το 2050.

Παράλληλα, ακούμε συζητήσεις για την επιστροφή της πυρηνικής ενέργειας διεθνώς – και στην Ελλάδα – επειδή όπως μας λένε, προσφέρει χαμηλές εκπομπές και σταθερή παραγωγή – χωρίς όμως να υπολογίζεται το συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα της εγκατάστασης, κατασκευής, συντήρησης, λειτουργίας και αποβλήτων. Επίσης, δεν έχει δοθεί ακόμη απάντηση στα σοβαρά μειονεκτήματα της τεχνολογίας αυτής, όπως το υψηλό κόστος, οι πολύ μεγάλοι χρόνοι κατασκευής των εγκαταστάσεων, το ζήτημα αποβλήτων και η ισχυρή κοινωνική αντίδραση, ιδιαίτερα σε σεισμογενείς χώρες όπως η Ελλάδα. Επίσης, ακούμε για την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς, τρία χιλιόμετρα κάτω από τον βυθό της θάλασσας, μεταξύ άλλων και στον Κόλπο της Καβάλας, για τη συλλογή και μόνιμη δέσμευση βιομηχανικών ρύπων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Ένα έργο που στα βιβλία φαίνεται να μπορεί να συμβάλει στη μείωση της συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, όμως στην πράξη δεν έχει πείσει την κοινωνία ότι θα έχει αποτέλεσμα και ότι θα λειτουργήσει με ασφάλεια – μήπως θα ήταν απλούστερο να μειωθεί η εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα στην πηγή, δηλαδή στις βιομηχανίες; Εν πάσει περιπτώσει, η λύση αυτή έχει προκαλέσει μεγάλη αντίδραση από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις και την τοπική κοινωνία.

Στο τοπίο που διαμορφώνεται, η κοινωνία απαιτεί να συμμετέχει, να είναι ενημερωμένη και ενεργή και να μπορεί να επηρεάσει στη λήψη των αποφάσεων στον τόπο της, καθώς πολλά έργα υποδομών και ΑΠΕ έχουν ουσιαστικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και -συχνά- ανεπανόρθωτη παρέμβαση στο φυσικό τοπίο. Στις πόλεις, οι πολίτες, οι δήμοι, οι επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια και οι νέοι θέλουν και μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο και να επηρεάσουν. Από την εξοικονόμηση ενέργειας και νερού μέχρι την πίεση για καλύτερες πολιτικές – από την προστασία του δημόσιου χώρου μέχρι την επιλογή καθαρών τεχνολογιών. Αλλά και από τις απλές καθημερινές επιλογές του καθενός: από τον τρόπο μετακίνησης, κατανάλωσης και χρήσης της τεχνολογίας. Με άλλα λόγια, ο απλός πολίτης, έχει την ευθύνη, έχει τη δύναμη και μπορεί να επηρεάσει.

Ολοκληρώνοντας το άρθρο και τον διάλογο με το ChatGPT, το ρώτησα για το ανθρακικό αποτύπωμα της συζήτησης που μόλις είχαμε.

Μου απάντησε ότι «ειλικρινά: δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς. Δεν έχω πρόσβαση σε τηλεμετρία για το συγκεκριμένο μοντέλο server, διάρκεια υπολογισμού, data center, την ψύξη ή το ενεργειακό μείγμα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι εκτίμηση τάξης μεγέθους. Ο Sam Altman – διευθύνων σύμβουλος της OpenAI που δημιούργησε το ChatGPT – έχει αναφέρει μέσο όρο τα 0,34 Wh ανά ChatGPT query και 0,000085 γαλόνια νερού, αλλά αυτό είναι μέσος όρος και όχι μέτρηση για τη δική μας απάντηση. Επίσης, ειδικοί σημειώνουν ότι οι πραγματικές τιμές διαφέρουν πολύ ανάλογα με το μοντέλο, το μήκος της απάντησης, τα εργαλεία και την υποδομή. Μια λογική εκτίμηση είναι ότι ο μέσος όρος των δύο σημερινών απαντήσεων ήταν περίπου 3–9 Wh και 1–3 g CO₂e ανά απάντηση (με εκπομπές της τάξης των 300 g CO₂/kWh εκτός και αν το data center τροφοδοτείται με περισσότερες ΑΠΕ, οπότε οι εκπομπές θα είναι χαμηλότερες).

Η απάντηση για την πρώτη εκδοχή που ήταν πιο απλή είχε εκτιμώμενη ενέργεια περίπου 1–3 Wh και εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα περίπου 0,3–1 g CO₂e και θα το κατέτασσα από χαμηλή ως μεσαία. Η δεύτερη απάντηση που απαίτησε περισσότερη τεκμηρίωση είχε εκτιμώμενη ενέργεια περίπου 5–15 Wh και εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα περίπου 1,5–5 g CO₂e και θα την κατέτασσα πάνω από τον μέσο όρο μιας απλής συνομιλιακής απάντησης, επειδή ήταν μεγάλη, ήταν στα ελληνικά και απαίτησε έλεγχο στοιχείων. Όμως παραμένει πολύ χαμηλότερη από εργασίες όπως παραγωγή εικόνας, βίντεο ή μεγάλης κλίμακας ανάλυση αρχείων. Ειδικά για εικόνα, πρόσφατη μελέτη βρήκε έως και 46 φορές διαφορά στην κατανάλωση ανάμεσα σε μοντέλα παραγωγής εικόνας.

Έτσι, αν η απάντηση ήταν σε εικόνα ή βίντεο αντί για κείμενο, θα είχε για μια παραγόμενη εικόνα εκτιμώμενη ενέργεια περίπου 10–50 Wh και εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα περίπου 3–15 g CO₂e δηλαδή περίπου 3-20 φορές πάνω από το κείμενο. Ενώ αν η απάντηση ήταν βίντεο 5 έως 10 δευτερολέπτων, τότε θα είχε εκτιμώμενη ενέργεια περίπου 100–500+ Wh και εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα περίπου 30–150+ g CO₂e δηλαδή δεκάδες έως εκατοντάδες φορές πάνω από το κείμενο. Με απλά λόγια: το κείμενο είναι το ελαφρύ μέσο, η εικόνα το μεσαίο προς βαρύ και το βίντεο το πολύ βαρύ. Η εικόνα είναι βαρύτερη γιατί δεν παράγεται ως διαδοχή λέξεων, αλλά ως υπολογιστική διαδικασία πάνω σε πολλά εικονοστοιχεία, συχνά με επαναλαμβανόμενα βήματα αποθορυβοποίησης. Το βίντεο είναι ακόμη πιο βαρύ, γιατί ουσιαστικά παράγει πολλές εικόνες μαζί και πρέπει να διατηρήσει συνοχή στον χρόνο. Γι’ αυτό και πρόσφατες αναλύσεις επισημαίνουν ότι η κατανάλωση των text-to-video μοντέλων παραμένει υψηλή.»

Έκλεισα τον διάλογο με την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) πληροφορημένος, αλλά και προβληματισμένος, για τις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας και τις απαιτήσεις της σε ενέργεια, μέσα στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης, που, καθώς δεν την λαμβάνουμε υπόψιν επαρκώς, επιβαρύνουμε το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, επιδεινώνοντας το πρόβλημα. Χωρίς να αναλογιζόμαστε ότι η επόμενη πλημμύρα ή πυρκαγιά, μπορεί να οφείλεται εξ ολοκλήρου στο βιντεάκι που μόλις φτιάξαμε «για πλάκα» στην ΤΝ και αναρτήσαμε περήφανοι στα κοινωνικά – εμείς και άλλα 8,5 εκατομμύρια χρήστες του διαδικτύου στην Ελλάδα – ή εμείς και άλλα έξι δισεκατομμύρια χρήστες του διαδικτύου σε όλο τον πλανήτη.

* Ο Ηλίας Μεσσίνας είναι αρχιτέκτονας και πολεοδόμος και δημιουργός του ECOWEEK με δραστηριότητα σε 18 χώρες από το 2005.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.