Tο 50% του στόλου της Πολεμικής Αεροπορίας των Αμερικανών είναι άνω των 40 ετών, ενώ πάνω από το 60% των αεροσκαφών έχουν «κλείσει» τα 30 χρόνια υπηρεσίας, αποκάλυψε ο υφυπουργός της ΠΑ των ΗΠΑ, Μάθιου Λόμαϊερ.
Η παρέμβαση Λόμαϊερ, δεν αποτελεί απλώς μία μεμονωμένη τοποθέτηση, αλλά εντάσσεται στη συνολική στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για την αναδιοργάνωση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αυξήσουν δραστικά την παραγωγή πυρομαχικών, πυραύλων και προηγμένων οπλικών συστημάτων, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν ταυτόχρονα στις προκλήσεις που θέτουν η Κίνα, η Ρωσία και η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Στο πλαίσιο αυτό, η Πολεμική Αεροπορία επιχειρεί να επιταχύνει τις εξοπλιστικές προμήθειες, να περιορίσει τη γραφειοκρατία και να ενισχύσει τη μαζική παραγωγή οπλικών συστημάτων.

Τι απειλεί την ισχύ της αμερικανικής αεροπορίας
Στο ίδιο πνεύμα, ο Λόμαϊερ στο περιθώριο του συνεδρίου Life Cycle Industry Days (LCID) 2026 στο Ντέιτον του Οχάιο, προειδοποίησε ότι οι χρόνιες ελλείψεις επενδύσεων και η γήρανση του στόλου απειλούν τη μακροπρόθεσμη ισχύ της αμερικανικής αεροπορίας.
Παρά τις πρόσφατες επιτυχίες επιχειρήσεων (Midnight Hammer, Absolute Resolve και Epic Fury), η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ οφείλει να επιταχύνει τον εκσυγχρονισμό της ώστε να ανταποκριθεί στις μελλοντικές προκλήσεις.
Την ίδια στιγμή, δανειζόμενος τη φράση του πρώην Υπουργού Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ «Πηγαίνεις στον πόλεμο με τον στρατό που διαθέτεις» και απευθυνόμενος σε Ανώτερους Αξιωματικούς και στελέχη της αμυντικής βιομηχανίας τόνισε πως η διατήρηση της στρατιωτικής υπεροχής απαιτεί ταχύτερες αποφάσεις και μεγαλύτερες επενδύσεις.

«Γηρασμένος στόλος»
Ο Λόμαϊερ αποκάλυψε ότι σχεδόν το 50% του στόλου της USAF είναι άνω των 40 ετών, ενώ περισσότερο από το 60% των αεροσκαφών έχει «κλείσει» τα 30 χρόνια υπηρεσίας. Αν και πλατφόρμες όπως τα KC-135 Stratotanker (ιπτάμενο τάνκερ) και B-52 Stratofortress παραμένουν ιδιαίτερα αξιόμαχες, η εξασφάλιση ανταλλακτικών και η συντήρησή τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Παράλληλα, η ένταξη νέων οπλικών συστημάτων, όπως τα F-15EX, F-35, B-21 Raider και το υπό ανάπτυξη μαχητικό έκτης γενιάς F-47, δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τον ρυθμό απόσυρσης των παλαιότερων αεροσκαφών.
«Αν δεν μπορούμε να αντικαθιστούμε τις πλατφόρμες που αποσύρονται με τον ίδιο ρυθμό, τότε τα μαθηματικά είναι απλά: η Πολεμική Αεροπορία θα συνεχίσει να μικραίνει», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Επιστροφή στο «Οπλοστάσιο της Δημοκρατίας»
Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, ο παρουσίασε τη νέα Στρατηγική Μετασχηματισμού των Αμυντικών Προμηθειών (Acquisition Transformation Strategy), η οποία φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η USAF προμηθεύεται οπλικά συστήματα.
Η στρατηγική αυτή προβλέπει τη μετάβαση της αμυντικής βιομηχανίας σε μία λογική «πολεμικής οικονομίας», παραπέμποντας στο ιστορικό κάλεσμα του προέδρου Φράνκλιν Ρούζβελτ για τη δημιουργία του «Οπλοστασίου της Δημοκρατίας» πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Διαθέτουμε εξαιρετικά συστήματα, πλατφόρμες και πυρομαχικά, όμως χρειαζόμαστε περισσότερα σχεδόν από τα πάντα. Πρέπει να διατηρήσουμε την ποιότητα, να αυξήσουμε την ποσότητα, να μειώσουμε το κόστος και να επιταχύνουμε τις παραδόσεις», τόνισε.

Νέα φιλοσοφία στις προμήθειες
Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, το 85% της αρμοδιότητας για τις συμβάσεις θα μεταφερθεί σε νέους διαχειριστές χαρτοφυλακίου και επικεφαλής εξοπλιστικών προγραμμάτων, με στόχο την επιτάχυνση των αποφάσεων και τη μείωση της γραφειοκρατίας.
Παράλληλα, ο Λόμαϊερ υποστήριξε ότι η USAF πρέπει να υιοθετήσει τη φιλοσοφία της «προσιτής μαζικότητας» (affordable mass), επενδύοντας σε μεγαλύτερους αριθμούς οικονομικότερων πυρομαχικών και αποδεχόμενη ότι μια λύση που καλύπτει το 85% των απαιτήσεων και είναι διαθέσιμη άμεσα είναι πολύ πιο χρήσιμη από μια θεωρητικά τέλεια λύση που παραμένει επί χρόνια σε δοκιμές.
Περισσότερα όπλα, χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερη παραγωγή
Οι ΗΠΑ, σίγουρα δεν εγκαταλείπουν τις σύγχρονες πλατφόρμες (πχ F-35), ωστόσο στρέφονται στο τρίπτυχο: περισσότερα όπλα, χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερη παραγωγή, όπως έχει αναλύσει η «Ν».
Άλλωστε η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η στρατιωτική ισχύς δεν θα κριθεί μόνο από την τεχνολογική υπεροχή, αλλά και από την ικανότητα παραγωγής μεγάλων ποσοτήτων όπλων γρήγορα και με χαμηλότερο κόστος.
Ήδη, εταιρείες όπως η Lockheed Martin επενδύουν στην αύξηση παραγωγής πυραύλων όπως οι PrSM (Precision Strike Missile) και οι GMLRS για τα συστήματα HIMARS, ενώ η RTX (Raytheon) δίνει έμφαση σε κρίσιμα όπλα όπως οι πύραυλοι αέρος-αέρος AIM-120 AMRAAM και οι αναχαιτιστές PAC-3 Patriot.

Παράλληλα, η αμερικανική αμυντική βιομηχανία επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ευρύτερο δίκτυο παραγωγής και υποστήριξης εκτός ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται η συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών στην παραγωγή εξαρτημάτων του AMRAAM, ώστε να αυξηθεί η παραγωγική δυνατότητα και να μειωθούν οι χρόνοι παράδοσης. Αντίστοιχα, η δημιουργία ευρωπαϊκής υποδομής συντήρησης των πυραύλων PAC-3 Patriot από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Πολωνία και τη Σουηδία αποσκοπεί στη γρηγορότερη υποστήριξη των συστημάτων αεράμυνας του ΝΑΤΟ.
Την ίδια στιγμή, εταιρείες όπως η Anduril και η Shield AI προωθούν νέες λύσεις βασισμένες σε drones, τεχνητή νοημοσύνη και αυτόνομα συστήματα, ενώ προγράμματα όπως τα Collaborative Combat Aircraft (CCA) (σσ: έξυπνα πολεμικά drones-συνεργάτες) στοχεύουν στη δημιουργία ενός μεγαλύτερου και οικονομικότερου στόλου μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












