Του Γιάννη Ράζου, συμβούλου Στρατηγικής Επικοινωνίας
Η ΕΛΛΑΔΑ εισέρχεται στο 2026 με τους βασικούς οικονομικούς δείκτες να έχουν θετικό πρόσημο.
Η Κομισιόν προβλέπει ανάπτυξη 2,2% για το 2026 -με τον προϋπολογισμό να στοχεύει ακόμη υψηλότερα, στο 2,4%-, όταν η Ευρωζώνη κινείται γύρω στο 1,2%.
Το δημόσιο χρέος, από το 183% του ΑΕΠ το 2019, εκτιμάται να έχει υποχωρήσει κοντά στο 138%.
Οι επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, έχουν εκτοξευθεί. Οι οίκοι αξιολόγησης τοποθετούν πλέον τη χώρα δύο σκαλοπάτια πάνω από την επενδυτική βαθμίδα.
ΣΕ ΑΥΤΟ το μακροοικονομικό πλαίσιο, ο προϋπολογισμός του 2026 εμφανίζεται από τους συντάκτες του, ως τομή: μόνιμες φορολογικές παρεμβάσεις, δημογραφική στόχευση, στήριξη μεσαίας τάξης, αύξηση μισθών, ενίσχυση Υγείας, Άμυνας και Πολιτικής Προστασίας, εξωστρεφής ατζέντα επενδύσεων και οικονομικής διπλωματίας.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ο προϋπολογισμός είναι «γενναιόδωρος», αλλά εάν είναι στρατηγικά προσανατολισμένος.
Αν αξιοποιεί το παράθυρο ευκαιρίας ή αν υποθηκεύει, σιωπηρά, το μέλλον για μια βολική πολιτική διαχείριση του παρόντος.
Το μακροοικονομικό success story και το πολιτικό αφήγημα
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ έχει κάθε λόγο να προβάλλει τον προϋπολογισμό του 2026 ως «μεταρρυθμιστικό». Πράγματι:
- Η ανάπτυξη για έκτο συνεχόμενο έτος υπερβαίνει το 2%, διπλάσια της Ευρωζώνης.
- Οι επενδύσεις από 11% του ΑΕΠ το 2019 πλησιάζουν το 17,7% το 2026, με τις δημόσιες επενδύσεις να εκτοξεύονται πάνω από τα 16 δισ. ευρώ.
- Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σταθερές τιμές αυξάνεται κατά περίπου 15,7% στην επταετία, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης μετά βίας ξεπερνά το 5%.
- Οι συνολικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας έχουν αυξηθεί άνω του 30% από το 2019, οι καθαρές αμοιβές περίπου 32%, έναντι σωρευτικού πληθωρισμού 22%.
Το αφήγημα είναι σαφές: η Ελλάδα παύει να είναι «μαύρο πρόβατο», γίνεται πρωταγωνιστής στη σύγκλιση.
Ο προϋπολογισμός εμφανίζεται ως το εργαλείο που μονιμοποιεί αυτή τη μεταστροφή, μετατρέποντας τη δημοσιονομική πειθαρχία σε κοινωνικό μέρισμα και αναπτυξιακή ώθηση.
Αυτό το αφήγημα, ωστόσο, κρύβει δύο κρίσιμα ζητήματα. Πρώτον, η κυβέρνηση παρουσιάζει τον προϋπολογισμό ως σχεδόν τελικό στάδιο μιας πορείας: «Αποκτήσαμε αυτοπεποίθηση, συγκλίνουμε, άρα εγκρίνουμε».
Στην πραγματικότητα, βρισκόμαστε σε ενδιάμεσο σταθμό. Η υψηλή ανάπτυξη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ευρωπαϊκούς πόρους, στην απορρόφηση του Ταμείου Ανάκαμψης και στην ευνοϊκή δυναμική μετά την έξοδο από την κρίση.
Από το 2027 και μετά, όπως ήδη προειδοποιούν οι προβλέψεις της Κομισιόν, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα επιβραδυνθούν.
Το ερώτημα είναι αν μέχρι τότε θα έχει μετασχηματιστεί το παραγωγικό υπόδειγμα ή αν θα βρεθούμε ξανά με έναν κορμό οικονομίας εξαρτημένο από τον τουρισμό, την οικοδομή και την κατανάλωση.
Δεύτερον, η πολιτική διαχείριση της «επιτυχίας» ενέχει τον κίνδυνο της αυτοϊκανοποίησης.
Όταν όλα παρουσιάζονται ως «ιστορικά επιτεύγματα», γεννιέται ένα κλίμα όπου η κριτική ταυτίζεται με μιζέρια και τα δομικά προβλήματα απωθούνται.
Για μια χώρα που μόλις βγήκε από μια δεκαετή κρίση, αυτό είναι επικίνδυνο.
Το κεντρικό ερώτημα: Ποιοι κερδίζουν από την ανάπτυξη;
Η ΜΕΙΩΣΗ φόρων, ιδίως για μισθωτούς, οικογένειες με παιδιά, νέους επαγγελματίες και περιφέρεια, είναι κατ’ αρχήν θετική.
Η ενίσχυση δαπανών σε Υγεία, Παιδεία, Άμυνα και Πολιτική Προστασία ήταν επίσης αναγκαία.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού και των μισθών στο Δημόσιο, σε συνδυασμό με τη δημογραφική φορολογική μεταρρύθμιση, επιχειρεί να απαντήσει στο brain drain και στο δημογραφικό.
Τα έξι στοχευμένα μέτρα για το στεγαστικό αναδεικνύουν τη βούληση για αντιμετώπιση αυτού του σοβαρού κοινωνικού ζητήματος.
Όμως, για την πραγματική οικονομία, για τον επιχειρηματικό κόσμο, το κεντρικό ερώτημα είναι άλλο: Δημιουργεί ο προϋπολογισμός συνθήκες για να κατευθυνθεί κεφάλαιο, ανθρώπινο και χρηματοοικονομικό, σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας;
Ή απλώς ενισχύει βραχυπρόθεσμα την κατανάλωση και «ζεσταίνει» παραδοσιακούς τομείς χωρίς ουσιαστική αναβάθμιση της παραγωγικότητας;
Οι υπερεκπτώσεις 100% για επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς (άμυνα, κατασκευές οχημάτων και αεροσκαφών, κρίσιμες υποδομές), τα κονδύλια για ψηφιακό μετασχηματισμό και πράσινη μετάβαση, τα σχέδια για health hubs και τεχνολογικά οικοσυστήματα είναι κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση.
Ωστόσο:
- η ελληνική βιομηχανία παραμένει μικρή,
- η διασύνδεση πανεπιστημίων – επιχειρήσεων υπολειτουργεί,
- η καινοτομία και η έρευνα στηρίζονται συχνά περισσότερο σε μεμονωμένες προσπάθειες παρά σε συνεκτικό εθνικό σχέδιο.
Χωρίς επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (Δικαιοσύνη, χωροταξία, αδειοδοτήσεις, σταθερό φορολογικό περιβάλλον), ο κίνδυνος είναι να χαθεί ένα μέρος αυτού του επενδυτικού κύματος στη γραφειοκρατία και την αβεβαιότητα.
Η σιωπηλή δυσαρέσκεια πίσω από την ευημερία των αριθμών
ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ διάλογο, η κυβέρνηση συγκρίνει τις αυξήσεις μισθών με τον πληθωρισμό και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πολίτες είναι «καθαρά κερδισμένοι».
Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, επιμένει στην ακρίβεια και στους «μισθούς φτώχειας». Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση:
- Στατιστικά, οι μισθοί έχουν πράγματι αυξηθεί περισσότερο από τον πληθωρισμό.
- Στην καθημερινότητα, η στεγαστική κρίση, το κόστος τροφίμων και ενέργειας, η επιβάρυνση των αστικών κέντρων από τον τουρισμό και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις ροκανίζουν ένα μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης.
Για τη μεσαία τάξη, αλλά και για την επιχειρηματική τάξη των μικρομεσαίων, αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: δυσκολία σχεδιασμού.
Δυσκολία αποταμίευσης, επενδύσεων, δημιουργίας οικογένειας, μακροπρόθεσμων δεσμεύσεων.
Σε πολιτικό επίπεδο, η κυβέρνηση ποντάρει ότι ο προϋπολογισμός 2026 -με τις φοροελαφρύνσεις που θα φανούν στα εκκαθαριστικά του 2026, με την περαιτέρω αύξηση του κατώτατου μισθού, με τη μερική άρση της προσωπικής διαφοράς στους συνταξιούχους- θα εδραιώσει ένα αφήγημα «σταθερής ανόδου».
Η αντιπολίτευση, αντίθετα, επιχειρεί να αναδείξει την «άλλη Ελλάδα»: των αδύναμων, της ακρίβειας, των ανισοτήτων στην πρόσβαση σε υγεία, παιδεία, στέγη.
Το πρόβλημα είναι ότι, προς το παρόν δεν αρθρώνει πειστικό σχέδιο για το πώς η χώρα θα περάσει από τη σημερινή συγκυριακή ευημερία σε δομικά βιώσιμη ανάπτυξη, με ισχυρή μεσαία τάξη, παραγωγική βάση και θεσμική θωράκιση.
Ο διάλογος εξαντλείται συχνά σε αριθμούς χωρίς βάθος και σε συνθήματα χωρίς σχέδιο.
Το στοίχημα του 2026 για τη χώρα
Η ΕΛΛΑΔΑ του 2026 δεν είναι πια μια χώρα-εξαίρεση στην Ευρωζώνη. Είναι μια χώρα με σημαντικές επιτυχίες, αλλά και με κρίσιμες εκκρεμότητες:
- ένα δημογραφικό που απειλεί την ίδια την αναπτυξιακή προοπτική,
- ένα παραγωγικό μοντέλο που κινδυνεύει να μείνει εγκλωβισμένο σε χαμηλή προστιθέμενη αξία,
- θεσμικές αδυναμίες που επιβαρύνουν την επιχειρηματικότητα και διαβρώνουν την εμπιστοσύνη,
- κοινωνικές εντάσεις κάτω από την επιφάνεια των θετικών δεικτών.
Ο προϋπολογισμός του 2026 μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα – ή να λειτουργήσει ως αναλγητικό που απλώς αναβάλλει τον πονοκέφαλο.
Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο την κυβέρνηση. Βαραίνει και την αντιπολίτευση, που οφείλει να αντιπροτείνει σοβαρά, κοστολογημένα σχέδια και όχι μόνο καταγγελίες.
Βαραίνει και την επιχειρηματική κοινότητα, η οποία καλείται να επενδύσει σε καινοτομία και εξωστρέφεια αντί να αναπαράγει τον βολικό κύκλο επιδοτήσεων και ευκαιριακών projects.
Το 2026 μπορεί να καταγραφεί ως χρονιά στρατηγικής στροφής ή ως η αρχή μιας νέας, πιο σύνθετης κρίσης, όταν οι ευρωπαϊκοί πόροι θα μειωθούν, τα επιτόκια θα σταθεροποιηθούν και ο διεθνής ανταγωνισμός θα γίνει σκληρότερος.
Το αν θα επικρατήσει το ένα ή το άλλο σενάριο θα κριθεί από κάτι πολύ πιο δύσκολο από το να παρουσιάσουμε έναν «ωραίο» προϋπολογισμό: από την πολιτική βούληση να συγκρουστούμε με παθογένειες δεκαετιών και από την ωριμότητα της κοινωνίας -και της οικονομικής ελίτνα απαιτήσει, και να υποστηρίξει, αυτή τη σύγκρουση.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












