Αντίστροφη μέτρηση για τα αποτελέσματα των stress tests

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014 09:51
UPD:09:55
REUTERS/RALPH ORLOWSKI

Η ώρα της αλήθειας για 130 μεγάλες τράπεζες θα σημάνει την ερχόμενη Κυριακή 26 Οκτωβρίου, οπότε η ΕΚΤ θα δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα των τεστ αντοχής.

Από τον Νοέμβριο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναλαμβάνει την εποπτεία των μεγάλων τραπεζών της Ευρωζώνης. Προηγουμένως, όμως, θα δημοσιοποιηθούν τα αποτελέσματα των stress tests, τα οποία αναμένονται με ενδιαφέρον.

Η ώρα της αλήθειας για 130 μεγάλες τράπεζες θα σημάνει την ερχόμενη Κυριακή 26 Οκτωβρίου, οπότε η ΕΚΤ θα δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα των τεστ αντοχής, στα οποία υποβάλλονται τα συστημικής σημασίας χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρωζώνης.

Ήδη οι φημολογίες δίνουν και παίρνουν. Ονόματα διαφόρων τραπεζών κάνουν την εμφάνισή τους σε διάφορα δημοσιεύματα, με την υποσημείωση πως δεν διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια ή βρίσκονται στο όριο της απόρριψης από το κεντρικό ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Για την ημέρα μετά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων, μερίδα αναλυτών προβλέπει, μάλιστα, αναταράξεις στις κεφαλαιαγορές.

Σταδιακά η Τραπεζική Ένωση θα εξελιχθεί σε ένα είδος ασφαλιστικού φορέα τραπεζών

Για άλλους τα stress tests συνιστούν αναγκαία δοκιμασία στην πορεία προς την Τραπεζική Ένωση, η οποία θα βάλει τέλος στον φαύλο κύκλο των τραπεζικών και κρατικών κρίσεων χρέους. Σε τρεις πυλώνες θα στηριχθεί η Τραπεζική Ένωση: στην εποπτεία, την εκκαθάριση και την εγγύηση των καταθέσεων.

Σταδιακά η Τραπεζική Ένωση θα εξελιχθεί σε ένα είδος ασφαλιστικού φορέα τραπεζών, εκτιμούν πολλοί ειδικοί, παραπέμποντας στην ανάγκη να μπουν στο μικροσκόπιο της ΕΚΤ οι ισολογισμοί των τραπεζών προτού αρχίσει η διαδικασία της εποπτείας.

Μεταξύ αυτών είναι και ο Χανς-Πέτερ Μπούργκχοφ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χοενχάιμ: «Όποιος θέλει να τεθεί υπό την κοινή επιτήρηση, θα πρέπει να πάρει πρώτα το πράσινο φως. Θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι για τα άλλα μέλη της κοινότητας ένα απρόβλεπτο ρίσκο». Κι αυτό είναι προς το συμφέρον και της ΕΚΤ, η οποία, σε τελική ανάλυση δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη για παλαιότερα ρίσκα των τραπεζών.

Για το βασικό σενάριο του τεστ αντοχής, οι τράπεζες θα πρέπει να μπορούν να διατηρήσουν κύρια βασικά ίδια κεφάλαια 8% μέχρι το 2016 και για το ακραίο σενάριο ο Δείκτης Κύριων Βασικών Πρωτοβάθμιων Κεφαλαίων θα πρέπει να είναι στο 5,5%.

Ωστόσο, το θέμα δεν είναι τόσο απλό, εκτιμά ο Γερμανός οικονομολόγος και πρόεδρος του ZEW, Κλέμενς Φουστ και διευκρινίζει: «Εν μέρει υιοθετούνται οι εκτιμήσεις των ιδίων των τραπεζών. Η εμπειρία από την πρόσφατη κρίση κατέδειξε ότι το σταθμισμένου ρίσκου ποσοστό ιδίων κεφαλαίων δεν συνιστά ασφαλή δείκτη».

«Δεν είναι επαρκώς θωρακισμένες οι τράπεζες»

Όπως τονίζει ο Γερμανός οικονομολόγος, τα μοντέλα διαχείρισης κινδύνου, με στοιχεία από το παρελθόν, δεν είναι βέβαιο ότι ανταποκρίνονται στις μελλοντικές κρίσεις. Ο ίδιος εκτιμά πως θα ήταν καλύτερα να απαιτηθεί από τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν τουλάχιστον το 3% των συνολικών τους επενδύσεων με ίδια κεφάλαια. Πρόκειται για τον δείκτη μόχλευσης (leverage ratio) των τραπεζών, δηλαδή τον λόγο συνολικών κεφαλαίων προς συνολικό ενεργητικό.

Σε stress tests που διενήργησε το ινστιτούτο ZEW, κατέστη σαφές ότι σε περίπτωση κρίσης, το κεφαλαιακό κενό είναι μεγαλύτερο, εάν ο υπολογισμός των ιδίων κεφαλαίων γίνει επί τη βάσει του δείκτη μόχλευσης. Με λίγα λόγια, σε αυτό το μοντέλο, είναι πιο ακριβής η απεικόνιση των κεφαλαιακών αναγκών. Αντίθετα, στο μοντέλο της ΕΚΤ καταδεικνύεται ότι οι τράπεζες ανταποκρίνονται στον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

Όπως λέει ο Κλέμενς Φουστ: «Αποδεικνύουμε μάλιστα ότι στις δέκα μεγαλύτερες τράπεζες έχει σημειωθεί μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε απόλυτους αριθμούς. Απλώς, το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων έχει αυξηθεί εξαιτίας της μείωσης των πιστώσεων και των επενδύσεων».

Η πραγματικότητα αυτή καταδεικνύει και το δίλημμα, με το οποίο είναι αντιμέτωπη η ΕΚΤ. Από τη μία πλευρά «μοιράζει» χρήμα στις τράπεζες για να αυξήσει τη ρευστότητα και τις πιστώσεις στις επιχειρήσεις, με στόχο την ενίσχυση της ανάπτυξης, ενώ από την άλλη θέτει ως ρυθμιστική αρχή αξιώσεις στις τράπεζες για αύξηση του ποσοστού των ιδίων κεφαλαίων τους.

Το θεμελιώδες, ωστόσο, ερώτημα που τίθεται στα stress tests είναι εάν οι τράπεζες είναι επαρκώς θωρακισμένες έναντι νέων κρίσεων. «Όχι επαρκώς» είναι το συμπέρασμα του ZEW. Και αυτό γιατί σε περίπτωση απωλειών κατά 10% της αξίας των χρεογράφων που έχουν στα συρτάρια τους οι τράπεζες, θα προκύψει ένα κεφαλαιακό κενό της τάξεως των 150 δισ. ευρώ.

Πηγή: Deutsche Welle

Προτεινόμενα για εσάς

Σχολιασμένα