Νέος νόμος - σκούπα κατά του «μαύρου» χρήματος

Αυξάνονται οι ποινές και για τα παρένθετα πρόσωπα
Κυριακή, 25 Μαΐου 2008 02:20
UPD:03:28

ΣΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, αποβλέπει νομοσχέδιο το οποίο εστάλη από τα συναρμόδια υπουργεία στους φορείς για τη διατύπωση απόψεων και παρατηρήσεων επί του περιεχομένου, πριν κατατεθεί στη Βουλή.

Με το νομοσχέδιο στην ουσία ενσωματώνονται στο εσωτερικό δίκαιο οι διατάξεις των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 2006/70/ΕΚ, καθώς και λαμβάνονται υπόψη και οι συστάσεις της Ομάδος Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νομοσχεδίου, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που προβλέπονται στο άρθρο 3, αποτελούν οι ακόλουθες πράξεις:

Α) Η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του.

Β) Η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή την κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα.

Γ) Η απόκτηση, κατοχή, διαχείριση ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.

Δ) Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα ή η διάπραξη βασικού αδικήματος εντός του τομέα αυτού.

Ε) Η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρονται στα παραπάνω στοιχεία Α' έως Δ', η σύσταση τέτοιας οργάνωσης ή ομάδας, η απόπειρα τέλεσης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η διευκόλυνση ή η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξη μιας ή περισσοτέρων από τις πράξεις αυτές.

Εγκληματικές δραστηριότητες

Σύμφωνα με το άρθρο 3, μεταξύ άλλων, ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα αδικήματα (καλούμενα εφ' εξής βασικά αδικήματα):

Α) Εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187ΠΚ).

Β) Τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187 Α ΠΚ).

Γ) Χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Δ) Τα επιμέρους εγκλήματα που απαριθμούνται στα άρθρα 187 παρ. 1 και 187 Α παρ. 1 του Π.Κ. εφ' όσον δεν περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο.

Ε) Παραχάραξη νομισμάτων και κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων (άρθρα 207 εδάφιο α' και 208 παρ. 1 εδάφιο α' Π.Κ.).

Στ) Παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 Π.Κ.).

Ζ) Ενεργητική δωροδοκία (άρθρο 236 Π.Κ.).

Η) Δωροδοκία δικαστή (άρθρο 237 Π.Κ.).

Θ) Εμπρησμός (άρθρο 264 Π.Κ.) και εμπρησμός σε δάση (άρθρο 265 Π.Κ.).

Ι) Πλημμύρα (άρθρο 268 Π.Κ.).

ΙΑ) Βαριά σωματική βλάβη ( άρθρο 310 Π.Κ.) και θανατηφόρα βλάβη (άρθρο 311 Π.Κ.).

ΙΒ) Εμπορία ανθρώπων (άρθρο 323 Α' Π.Κ. παρ. 1, 2, 3 και 5) και εμπορία ανηλίκων (άρθρο 323 Α' Π.Κ. παρ. 4).

ΙΓ) Αρπαγή ανηλίκων (άρθρο 324 Π.Κ.).

ΙΔ) Σωματεμπορία (άρθρο 351 Π.Κ.).

ΙΕ) Κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 372 παρ. 1 Π.Κ.). και διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής (άρθρο 374 Π.Κ.).

ΙΣΤ) Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 386 Π.Κ. παρ. 1β' και απάτη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου).

ΙΖ) Απάτη με υπολογιστή (άρθρο 386 Α' Π.Κ.).

ΙΗ) Αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος (άρθρο 394 Π.Κ. παρ. 4).

ΙΘ) Τοκογλυφία (άρθρο 404 Π.Κ.).

Κ) Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 215 «περί πειρατείας» του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ.187/1973, ΦΕΚ Α' 261).

Κα) Τα προβλεπόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν.δ.181/1974 (ΦΕΚ Α' 347) «περί προστασίας εξ ιοντιζουσών ακτινοβολιών».

Κβ) Τα προβλεπόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ Α' 160) «για την προστασία του περιβάλλοντος», όπως ισχύει.

Κγ) Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 66 του Ν. 2121/1993 (ΦΕΚ Α' 25) «περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων».

Κδ) Τα προβλεπόμενα άρθρα 15 και 17 του Ν. 2168/1993 (ΦΕΚ Α' 147) «όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες... κ.λπ.».

Κε) Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 παρ. 1 του εδαφίου α' στοιχείο Ι του Π.Δ. 55/1998 (ΦΕΚ Α' 58) «προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος».

Κστ) Δωροδοκία αλλοδαπού δημόσιου λειτουργού και διευκόλυνση ή απόκρυψη τελέσεως αυτού του εγκλήματος, όπως προβλέπεται στα άρθρα δεύτερο και τρίτο του Ν. 2656/1998 (ΦΕΚ Α' 265) «για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημοσίων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές».

Κζ) Δωροδοκία υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο τέταρτο του Ν. 2802/2000 (ΦΕΚ Α' 47).

Κη) Τα προβλεπόμενα στα άρθρα 2, 3, 4 και 6 του Ν. 2803/2000 (ΦΕΚ Α' 48) «προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».

Κθ) Τα προβλεπόμενα «περί λαθρεμπορίας» στο άρθρο 157 του Ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (ΦΕΚ Α' 265), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Λ) Τα προβλεπόμενα στα άρθρα 2, 53, 54, 55, 61 και 63 του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ Α' 153) «για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς».

Λα) Τα προβλεπόμενα στα άρθρα 29 και 30 του Ν. 3340/2005 (ΦΕΚ Α' 112) «για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς».

Λβ) Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 87 παρ. 5, 6, 7 και 8 και στο άρθρο 88 του Ν. 3386/2005 (ΦΕΚ Α' 212) «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια».

Λγ) Τα προβλεπόμενα στα άρθρα 1, 20, 21, 22 και 23 του Ν. 3459/2006 (ΦΕΚ Α' 103) περί «καταπολέμησης της διάδοσης ναρκωτικών».

Λδ) Τα προβλεπόμενα στα άρθρα τρίτο έως έκτο και όγδοο του Ν. 3560/2007 (ΦΕΚ Α' 103) «Κύρωση και εφαρμογή της σύμβασης ποινικού δικαίου για τη διαφθορά και του Πρόσθετου σ' αυτήν Πρωτοκόλλου» και

Λε) Κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας (άρθρο 51 ΠΚ) της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει, άμεσα ή έμμεσα, κάθε είδους περιουσιακό όφελος.

Υπόχρεα πρόσωπα

Στο άρθρο 5 του νομοσχεδίου αναφέρονται αναλυτικά τα υπόχρεα πρόσωπα στα οποία ανατίθενται αρμοδιότητες να πράττουν τα δέοντα προκειμένου να αποτρέπεται το ξέπλυμα χρήματος.

Ως υπόχρεα πρόσωπα νοούνται τα φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου και τα οποία είναι τα εξής:

Α) Τα πιστωτικά ιδρύματα.

Β) Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί.

Γ) Οι εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών.

Δ) Οι εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου.

Ε) Οι ορκωτοί λογιστές, ελεγκτές και εξωτερικοί λογιστές, καθώς και οι ελεγκτικές εταιρείες.

Στ) Οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι και οι εταιρείες φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών.

Ζ ) Οι κτηματομεσίτες και οι κτηματομεσιτικές εταιρείες.

Η) Τα καζίνα, τα καζίνα επί πλοίων με ελληνική σημαία, τα καζίνα του Διαδικτύου (Ιnternet) και οι εταιρείες διοργάνωσης τυχερών παιχνιδιών.

Θ) Οι οίκοι δημοπρασίας.

Ι) Οι έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας όταν η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ είτε η πληρωμή γίνεται εφάπαξ είτε με δόσεις. Με κοινή απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του υπουργού Ανάπτυξης ορίζονται τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ατομικών επιχειρήσεων και των εταιρειών που υπάγονται στην κατηγορία αυτή.

Ια) Οι εκπλειστηριαστές,

Ιβ) Οι ενεχυροδανειστές,

Ιγ) Οι συμβολαιογράφοι και οι ανεξάρτητοι δικηγόροι, όταν συμμετέχουν, είτε ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό των πελατών τους στο πλαίσιο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή συναλλαγών επί ακινήτων, είτε βοηθώντας στο σχεδιασμό ή στην υλοποίηση συναλλαγών για τους πελάτες τους σχετικά με:

Ι) Την αγορά ή πώληση ακινήτων ή επιχειρήσεων

ΙΙ) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους,

ΙΙΙ) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών ταμιευτηρίου ή λογαριασμών τίτλων,

ΙV) την οργάνωση των αναγκαίων εισφορών για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών,

V) τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών, καταπιστευμάτων (trusts) ή ανάλογων νομικών σχημάτων.

Η παροχή νομικών συμβουλών εξακολουθεί να υπόκειται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, εκτός εάν ο ίδιος ο δικηγόρος ή συμβολαιογράφος συμμετέχει σε δραστηριότητες νομιμοποίησης παράνομων εσόδων ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή εάν οι νομικές συμβουλές του παρέχονται με σκοπό τη διάπραξη αυτών των αδικημάτων ή εάν γνωρίζει ότι ο πελάτης του ζητεί νομικές συμβουλές προκειμένου να διαπράξει τα ως άνω αδικήματα.

ΙΔ) Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σε εταιρείες και καταπιστεύματα, εξαιρουμένων των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία στ' και ιγ' του άρθρου αυτού, τα οποία ως επιχειρηματική δραστηριότητα παρέχουν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες υπηρεσίες σε τρία μέρη:

- Συστήνουν εταιρείες ή άλλα νομικά πρόσωπα,

- Ασκούν ή μεριμνούν ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει καθήκοντα διευθυντή ή διαχειριστή εταιρείας ή εταίρου εταιρείας ή παρόμοιας θέσης, σε άλλα νομικά πρόσωπα,

- Παρέχουν καταστατική έδρα, επιχειρηματική διεύθυνση, ταχυδρομική ή διοικητική διεύθυνση και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές υπηρεσίες για εταιρεία ή κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ή σχήμα,

- Ενεργούν ή μεριμνούν ώστε να λειτουργούν άλλα πρόσωπα ως καταπιστευματοδόχοι ρητού καταπιστεύματος (express trust) ή ανάλογου νομικού σχήματος,

- Ενεργούν ως πληρεξούσιοι μετόχων εταιρείας, εφ' όσον η εταιρεία αυτή δεν είναι εισηγμένη υπό την έννοια του στοιχείου α' της παρ. 2 του άρθρου 17 του παρόντος νόμου και δεν υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης κατά την κοινοτική νομοθεσία ή σύμφωνα με ανάλογα διεθνή πρότυπα ή μεριμνούν ώστε άλλο πρόσωπο να ενεργεί με ίδιο τρόπο. Με απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις σύστασης, χορήγησης άδειας λειτουργίας, εγγραφής σε ειδικό μητρώο και άσκησης δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο από φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Η Αρχή

Στο άρθρο 7 προβλέπεται η σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής με την επωνυμία «Αρχή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας», πρόεδρος της οποίας διορίζεται είτε συνταξιούχος ανώτατος δικαστικός, είτε εισαγγελικός λειτουργός, είτε πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, ευρείας κοινωνικής αποδοχής και εμπειρίας στο χρηματοπιστωτικό τομέα.

Ο πρόεδρος επιλέγεται και διορίζεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στο ΦΕΚ έπειτα από πρόταση των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης και γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Ο πρόεδρος της Αρχής είναι δημόσιος λειτουργός πλήρους απασχόλησης. Η Αρχή συγκροτείται από τον πρόεδρο και έξι μέλη των οποίων η θητεία είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται.

Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες:

- Συγκεντρώνει, διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται σε αυτή από υπόχρεα πρόσωπα και άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και αφορούν ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή επιχειρηματικές ή επαγγελματικές ή συναλλακτικές σχέσεις που ενδεχομένως σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και ζητεί κάθε επιπρόσθετη πληροφορία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της.

- Δέχεται, διερευνά και αξιολογεί κάθε πληροφορία σχετική με συναλλαγές ή δραστηριότητες σχετιζόμενες ενδεχομένως με τα παραπάνω αδικήματα που διαβιβάζονται από αλλοδαπούς φορείς με τους οποίους συνεργάζεται.

- Εχει πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα περιλαμβανομένου και του συστήματος «Τειρεσίας».

- Μπορεί να διενεργεί ειδικούς επιτόπιους ελέγχους σε σοβαρές κατά την κρίση της υποθέσεις, σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα ή σε εγκαταστάσεις υπόχρεων προσώπων.

- Μπορεί να διενεργεί έρευνα κατ' οίκον ή σε επαγγελματικούς χώρους σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι ύποπτα τελέσεως των αδικημάτων που προαναφέρθηκαν τηρουμένης της διάταξης του άρθρου 9 του Συντάγματος.

- Ενημερώνει εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο τον διαβιβάζοντα την πληροφορία ότι την έλαβε και του παρέχει άλλα στοιχεία, χωρίς όμως να παραβιάζεται το απόρρητο των ερευνών της ή να δυσχεραίνεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

- Ζητεί κάθε πληροφορία που απαιτείται για τις έρευνές της από τις αρμόδιες αρχές και τα υπόχρεα πρόσωπα, περιλαμβανομένων και ομαδοποιημένων πληροφοριών που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων ή φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών σχημάτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.

- Δύναται να εξετάζει, στο πλαίσιο των ερευνών της στοιχεία και ενδείξεις για τον εντοπισμό της απόπειρας ή διάπραξης βασικού αδικήματος, προκειμένου να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα περιουσιακών στοιχείων και την πιθανή νομιμοποίησή της κ.λπ.

Αλλες διατάξεις

Σε άλλες διατάξεις του νομοσχεδίου αναφέρονται ότι:

* «Εναντι της Αρχής δεν ισχύει κατά τη διάρκεια των ερευνών και ελέγχων της οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο».

* Το ΥΠΟΙΟ ορίζεται ως Κεντρική Συντονιστική Αρχή για την εφαρμογή του νόμου, για την αξιολόγηση και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών αντιμετώπισης των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας , τον συντονισμό της δράσης των αρμοδίων αρχών και τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας.

* Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί δεν επιτρέπεται να τηρούν μυστικούς, ανώνυμους ή μόνο αριθμημένους λογαριασμούς ή ανώνυμα βιβλιάρια καταθέσεων ή λογαριασμούς με εικονικά ονόματα ή λογαριασμούς που δεν έχουν το πλήρες όνομα του δικαιούχου τους, σύμφωνα με τα έγγραφα πιστοποίησης της ταυτότητας.

* Τα καζίνο που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να εξακριβώνουν την ταυτότητα των πελατών τους κατά την είσοδό τους στις εγκαταστάσεις των παιγνίων και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον εντοπισμό των υπόπτων περιπτώσεων που είναι πιθανόν να συνδέονται με παράνομα έσοδα ή με απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2.

* Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε τα υπόχρεα πρόσωπα να εφαρμόζουν οργανωτικές, λειτουργικές και τεχνολογικές διαδικασίες για την αντιμετώπιση των κινδύνων που προκύπτουν από τις τεχνολογικές εξελίξεις ή από νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.

* Ορίζεται η διαδικασία ειδικά για αδικήματα της φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίας και άλλα αδικήματα της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας που υπάγονται στα βασικά εγκλήματα.

* Με κάθειρξη έως 10 ετών και με χρηματική ποινή από 20.000 - 1.000.000 ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ υπάρχουν και διαβαθμίσεις στις ποινές ανάλογα με τα αδικήματα.

* Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 ή που αποκτήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από προϊόν τέτοιων αδικημάτων ή τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για την τέλεση των αδικημάτων κατάσχονται κ.λπ.

Το νομοσχέδιο αναμένεται εντός του Ιουνίου να κατατεθεί στη Βουλή.

Προτεινόμενα για εσάς

Σχολιασμένα