Η ρωμαϊκή ιστορία ξεκίνησε το 753 π.Χ., όταν ο Ρωμύλος σκότωσε τον δίδυμο αδελφό του και ίδρυσε την πόλη που τελικά θα κυβερνούσε τη Μεσόγειο. Αυτή η δύναμη θα χτιζόταν πάνω στη δουλεία. Καμία σύγχρονη απεικόνιση του ρωμαϊκού κόσμου δεν παραλείπει αυτή την πραγματικότητα, αλλά όλες τείνουν να την ελαχιστοποιούν.
Αν και οι συγγραφείς και οι ιστορικοί αναγνωρίζουν το ρωμαϊκό σύστημα δουλείας, ελάχιστοι κοιτάζουν κατάματα την άβυσσο του πόσο εκτεταμένη, κοινωνικά ενσωματωμένη και βάναυση ήταν η υποδούλωση στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δεν ήταν ένα απλό μέρος της ρωμαϊκής οικονομίας· ήταν η ίδια η ρωμαϊκή οικονομία. Η εργασία των σκλάβων στήριζε κάθε πτυχή της ρωμαϊκής ζωής, από την οικιακή φροντίδα μέχρι την είσπραξη φόρων.
Καθώς η Ρώμη κατακτούσε περισσότερα εδάφη, μεγάλωνε σε δύναμη και επιρροή — και για να υποστηριχθεί αυτό, μεγάλωνε και ο πληθυσμός των σκλάβων της. «Στον νικητή ανήκουν τα λάφυρα», όπως λέει το ρητό και στον αρχαίο κόσμο αυτό περιλάμβανε ανθρώπους. Ανθρώπινα όντα που ζούσαν σε λεηλατημένες πόλεις ή κατεστραμμένα αγροκτήματα, από τη Βρετανία έως τη Συρία, συγκεντρώνονταν και πωλούνταν ως κινητή περιουσία (chattel) στους δουλεμπόρους που ακολουθούσαν τον στρατό και κέρδιζαν από τις ρωμαϊκές νίκες.
Το 295 π.Χ., οι Ρωμαίοι αιχμαλώτισαν 1.740 ανθρώπους στην άλωση της Περουσίας (Περούτζια) στη σημερινή Ούμπρια. Μια γενιά αργότερα, η Μάχη του Ακράγαντα, το αιματηρό ξεκίνημα του Πρώτου Καρχηδονιακού Πολέμου, είχε ως αποτέλεσμα την υποδούλωση 25.000 ανθρώπων. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας επέστρεψε από την κατάκτηση της Γαλατίας τη δεκαετία του 50 π.Χ., ισχυρίστηκε ότι είχε υποδουλώσει ένα εκατομμύριο ανθρώπους, μια καυχησιά για την τεράστια δύναμή του. Ο αριθμός των ανθρώπων που υποδουλώθηκαν από τους Ρωμαίους εκτινάχθηκε καθώς η αυτοκρατορία μεγάλωνε, όπως και ο αριθμός εκείνων που γεννήθηκαν στη σκλαβιά. Εκτιμάται ότι το 30% των ανθρώπων στην αυτοκρατορία ήταν σκλάβοι ανά πάσα στιγμή. Μέχρι τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα το 44 π.Χ., η οικονομία και η γραφειοκρατία της Ρώμης δεν μπορούσαν πλέον να λειτουργήσουν χωρίς την υποδούλωση ανθρώπων. Η αυτοκρατορία που εδραιώθηκε από τον Αύγουστο, τον μικρανεψιό και κληρονόμο του Καίσαρα, διήρκεσε 500 χρόνια στη δυτική Μεσόγειο και βασίστηκε επίσης στη βάναυση καταπίεση ανθρώπινων υπάρξεων. Ακολουθούν τα βασικά μέρη που διαμορφώθηκαν από την εργασία των σκλάβων και οι συχνά ξεχασμένοι άνθρωποι που έκαναν αυτή τη δουλειά.
Μια Αυτοκρατορία χτισμένη από σκλάβους
Το να φανταστεί κανείς τη ρωμαϊκή πόλη σημαίνει να φανταστεί μεγαλοπρεπή οικοδομήματα: ναούς και αγορές (fora), αμφιθέατρα και λουτρά, υδραγωγεία και αψίδες. Για να χτιστούν τέτοια ένδοξα μνημεία απαιτήθηκε η παραγωγή εκατομμυρίων πήλινων τούβλων και κεραμιδιών με το χέρι· το μάρμαρο λαξευόταν στην Ελλάδα και την Αίγυπτο και μεταφερόταν μέσω της Μεσογείου, σκαλιζόταν σε κίονες και αγάλματα, και το λευκό γυαλιζόταν ή βάφοταν μέχρι να λάμψει. Οι σκλάβοι έκαναν αυτή τη δουλειά.
Η ιστορικός Έμμα Σάουθον οδηγεί τους αναγνώστες στη ζωή των σκλάβων που μοχθούσαν στους αόρατους χώρους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Άνθρωποι όπως ο Jader και ο Dativus, που καταδικάστηκαν σε σκλαβιά στα ορυχεία επειδή ήταν Χριστιανοί τον τρίτο αιώνα μ.Χ., μοχθούσαν χωρίς ελπίδα σε άθλιες συνθήκες καθώς εξήγαγαν πέτρα και μέταλλο από τη γη. «Τα μέλη τους πληγωμένα από ρόπαλα, τα πόδια τους δεμένα με δεσμά… τα κεφάλια τους μισοξυρισμένα», σύμφωνα με μια επιστολή που έγραψαν στον Άγιο Κυπριανό, επίσκοπο Καρχηδόνας.
Τα τούβλα και τα κεραμίδια παράγονταν μαζικά από χέρια σκλάβων σε συνθήκες εργοστασίου — συχνά, όπως φαίνεται, από γυναίκες. Ένα ασυνήθιστο κεραμίδι που βρέθηκε στο Pietrabbondante, στη νότια Ιταλία, δείχνει δύο αποτυπώματα ποδιών εσκεμμένα πιεσμένα στον πηλό καθώς στέγνωνε και είναι υπογεγραμμένο με τα ονόματα δύο γυναικών, της Detfri και της Amica, σκλάβων του Herrenius, οι οποίες έζησαν γύρω στο 100 π.Χ.
Μόλις χτίζονταν τα αμφιθέατρα, οι αγορές και οι ναοί, έπρεπε να στελεχωθούν και να συντηρηθούν. Αυτή η δουλειά γινόταν επίσης από σκλάβους που ονομάζονταν «δημόσιοι σκλάβοι», επειδή δεν ανήκαν σε κάποιο άτομο αλλά σε μια πόλη. Οι δημόσιοι σκλάβοι μπορούσαν να είναι υπηρέτες ναών που προετοίμαζαν θυσίες και καθάριζαν τους βωμούς, όπως ο Epagathus, υπηρέτης του Ναού της Juturna —θεάς των πηγαδιών και των πηγών— τον οποίο θυμόμαστε από το επιτύμβιο της τρίχρονης κόρης του, Attia, μαζί με τη σύζυγό του, Felicitas. Ή μπορούσαν να εργάζονται στην απογραφή ή ως αντιγραφείς εγγράφων, όπως ο Cornelius, ο οποίος εργαζόταν στα γραφεία κατώτερων δικαστών και, ο Laryx, ο οποίος εργαζόταν σε μία από τις κρατικές βιβλιοθήκες της Ρώμης. Τα υδραγωγεία και τα σιντριβάνια στη Ρώμη συντηρούνταν από μια εξειδικευμένη ομάδα 700 σκλάβων ανδρών, συμπεριλαμβανομένου του Hevodus, ο οποίος παντρεύτηκε τη Gavia και μνημονεύεται στον τάφο της φίλης του Domitia Olympias. Ο Hevodus εργαζόταν κάθε μέρα για να καθαρίζει τους σωλήνες, να αντικαθιστά τα σπασμένα σιντριβάνια και να διατηρεί τη ροή του νερού στη Ρώμη.
Παράλληλα με τους δημόσιους σκλάβους, σε κάθε πόλη, επαρχία και ορυχείο σε όλη την απέραντη αυτοκρατορία εργαζόταν μια άλλη τάξη σκλάβων ανδρών, οι οποίοι ανήκαν στον ίδιο τον αυτοκράτορα. Η αυτοκρατορική δημόσια διοίκηση ελεγχόταν κεντρικά από το Παλατίνο στη Ρώμη μέσω γραφείων που επέβλεπαν τα οικονομικά και τη γραφειοκρατία της αυτοκρατορίας. Η αυτοκρατορία, ως διοικητική οντότητα, δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτά τα γραφεία, τα οποία στελεχώνονταν εξ ολοκλήρου από σκλάβους ή πρώην σκλάβους. Στην κορυφή της ιεραρχίας, ορισμένοι από αυτούς τους άνδρες έγιναν πλούσιοι και ισχυροί, παρόλο που παρέμεναν σκλάβοι, μέσω ενός σύνθετου νομικού μηχανισμού που ονομαζόταν peculium. Το peculium επέτρεπε στους σκλάβους άνδρες να ελέγχουν περιουσία και χρήματα χωρίς ποτέ να τα κατέχουν νομικά. Όταν ο Musicus Scurranus, ο σκλάβος ταμίας της επαρχίας της Γαλατίας, πέθανε, θάφτηκε από 16 σκλάβους βοηθούς, συμπεριλαμβανομένων δύο μαγείρων, ενός γιατρού και δύο ατόμων υπεύθυνων για τη συλλογή ασημικών του. Η ζωή του ήταν αρκετά εξαιρετική, ή τουλάχιστον σπάνια, επειδή η δική του περίπτωση είναι η μόνη που έχει ανακαλυφθεί ποτέ με τόσο τεράστιο πλούτο για έναν σκλάβο.
Μια πιο αντιπροσωπευτική εμπειρία της ζωής στην αυτοκρατορική σκλαβιά μπορεί να δει κανείς στη ρωμαϊκή Καρχηδόνα, στη σημερινή Τυνησία, όπου ένα νεκροταφείο που περιέχει 1.300 τάφους περιλαμβάνει ανθρώπους όπως ο Primus, ένας επόπτης ταχυδρόμων (και σύζυγος και πατέρας) που πέθανε στη σκλαβιά σε ηλικία 102 ετών. Ή ο Iustinus, ένας γραμματέας σε ένα χρυσωρυχείο αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας που πέθανε στη νεαρή ηλικία των 15 ετών. Η ζωή ενός αυτοκρατορικού σκλάβου μπορούσε να είναι πολύ σύντομη ή πολύ μεγάλη.
Επιστολές που έχουν διασωθεί από έναν αυτοκρατορικό γραφειοκράτη ονόματι Septimianus μας δίνουν μια γεύση από την ασέβεια και την κακοποίηση που βίωνε ένας σκλάβος γραφειοκράτης από ντόπιους ελεύθερους στρατιώτες και δικαστές: «Εμμένουν στην ίδια περιφρόνηση και λένε ότι δεν θα δώσουν καμία σημασία στις επιστολές μου ή ακόμα και αν τους γράφατε εσείς ο ίδιος», παραπονέθηκε στο αφεντικό του. Ο Septimianus ήταν επιφορτισμένος με το να δίνει οδηγίες στους στρατιώτες, αλλά δεν μπορούσε να τους αναγκάσει να τον ακούσουν επειδή, τελικά, ήταν σκλάβος.
Επιμέλεια: Γιώργος Κουλουβάρης
[email protected]
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












