Ένας χαρισματικός γκουρού, μια ιδιότυπη κοινότητα, θεωρίες που ισορροπούν ανάμεσα στην επιστήμη, την παράνοια και την πίστη, χαρακτήρες που μοιάζουν να έχουν ξεφύγει από κάποιο μεταμεσονύχτιο double bill και μια ταινία σταθερά ανένταχτη. Τι είναι το Novak; Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Χάρη Λαγκούση για μια από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές και, συνάμα, απολαυστικές ταινίες της πρόσφατης ελληνικής παραγωγής.
Ένας ιδιόμορφος χαρακτήρας, σε μια εξίσου ιδιόμορφη ταινία. Από πού ξεκίνησαν όλα;
Από μια κριτική του Κωστή Παπαγιώργη στο Αθηνόραμα για μια νέα μετάφραση του Άκου, ανθρωπάκο του Ράιχ. Εκεί τον περιέγραφε ως «έναν άνθρωπο που μάλλον πίστεψε πως είχε περισσότερα να δώσει απ’ όσα είχε στην πραγματικότητα». Μόλις το διάβασα, σκέφτηκα ότι αυτός είναι ένας υπέροχος κινηματογραφικός ήρωας. Κάτι σαν Δον Κιχώτης με σύνδρομο Μεσσία. Μετά άρχισα να διαβάζω τα ημερολόγιά του, τη βιογραφία που έγραψε ο γιος του… Σιγά σιγά βρήκα όχι μόνο τον χαρακτήρα αλλά και το θέμα της ταινίας. Την ανάγκη που έχουμε να βλέπουμε αυτό που θέλουμε να πιστέψουμε. Να εμπιστευόμαστε περισσότερο το συναίσθημα και το θυμικό μας παρά τη λογική.
Και πώς μπήκε στη μέση η Επιστημονική Φαντασία;
Μάλλον ήταν αναπόφευκτο! Οι επιστήμες με απασχολούν πολύ, διαβάζω καθημερινά, είμαι λίγο geek. Οπότε άρχισα να επινοώ μια θεωρία που θα μπορούσε να αποκτήσει φανατικούς πιστούς. Το αστείο είναι ότι κάθε φορά που έκανα μια αναζήτηση στο Google ανακάλυπτα ότι οι θεωρίες που σκεφτόμουν υπήρχαν ήδη, και είχαν οπαδούς στ’ αλήθεια! Το κοινόβιο των ηρώων, πάντως, είναι επηρεασμένο από τους Residents και αυτό που είχαν δημιουργήσει στο Σαν Φρανσίσκο τη δεκαετία του ’70. Ήμουν μάλιστα φίλος με τον βασικό τους συνθέτη, που θα έγραφε και τη μουσική της ταινίας. Δυστυχώς πέθανε πριν ξεκινήσουμε την παραγωγή.

Στο καστ υπάρχουν δύο διεθνή ονόματα με σημαντική πορεία: ο Ζλάτκο Μπούριτς, από το Τρίγωνο της Θλίψης, και η βραβευμένη με Σεζάρ Έλα Ραμπφ.
Ήμουν πραγματικά τυχερός. Με τον Ζλάτκο βρεθήκαμε αμέσως στο ίδιο μήκος κύματος. Ουσιαστικά κουβαλούσε ολόκληρη την ταινία, αλλά δεν παραπονέθηκε ποτέ για τίποτα. Αγάπησε την Ελλάδα, κατάλαβε αμέσως τον χαρακτήρα και δεν χρειάστηκε ποτέ να εξηγούμε πολλά. Η αγαπημένη μου ιστορία είναι από μια σκηνή όπου του είπα: «Θέλω να είσαι όσο πιο ήρεμος γίνεται». Με κοίταξε και μου απάντησε: «Εντάξει… θα φανταστώ ότι είμαι σε μια πανκ συναυλία».
Η ταινία, πάντως, έχει έναν προσωπικό τόνο. Δύσκολα την κατατάσσεις κάπου. Ταυτόχρονα δεν είναι μια “δύσκολη” ταινία. Έχει ρυθμό και σε παρασύρει.
Αυτό ήταν εξαρχής η πρόθεση. Ήθελα να φτιάξω μια ταινία που να μην υπακούει εύκολα σε ένα είδος. Να τελειώνει και ο θεατής να μη σκέφτεται «είδα μια κωμωδία» ή «μια ταινία επιστημονικής φαντασίας». Το είπα κάποτε για αστείο, αλλά το πιστεύω: αυτή είναι η αμερικάνικη ταινία μου. Με τον διευθυντή φωτογραφίας, τον Γιώργο Κουτσαλιάρη, βλέπαμε συνεχώς ταινίες του New Hollywood. Αυτό που μας συγκινεί σε εκείνη την περίοδο είναι ότι οι δημιουργοί έκαναν προσωπικό σινεμά χωρίς να ξεχνούν τον θεατή. Γιατί οι ταινίες δεν γίνονται για τα φεστιβάλ. Γίνονται για να τις δει ο κόσμος.

Υπήρξε, πάντως, μια περίοδος που πολλοί είχαν την αίσθηση ότι το ελληνικό σινεμά απευθυνόταν κυρίως στα φεστιβάλ.
Το ζήτημα στο ελληνικό σινεμά είναι να υπάρχει πολυφωνία. Όντως, με το Greek Weird Wave είδαμε να δημιουργείται μια σχολή. Ευτυχώς, φύγαμε από εκεί και βλέπεις πλέον και πιο ξεχωριστές φωνές στην Ελλάδα. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως, αν οι ταινίες είναι διαφορετικές, η καθεμία θα βρίσκει το κοινό της.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












