Στα 70s, οι φιλόδοξοι νεαροί σκηνοθέτες που αναζητούσαν μια καλή ευκαιρία στην κινηματογραφική βιομηχανία, μπορούσαν πάντα να επενδύσουν στον τρόμο για γρήγορη απόσβεση της επένδυσής τους – με την ελπίδα να τους «προσέξουν».
Όλοι οι κορυφαίοι της εποχής, ο Τζον Κάρπεντερ, ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και ο Τομπ Χούπερ έκαναν τις πρώτες επιτυχίες τους με ψίχουλα, πριν κλείσουν τα 30, μόνο που τότε ήταν αναγκασμένοι να δουλέψουν για λογαριασμό ανεξάρτητων παραγωγών πίσω από τους οποίους κρυβόταν συχνά το οργανωμένο έγκλημα. Σήμερα, οι σκηνοθέτες έχουν μια δωρεάν πλατφόρμα για να επιδείξουν τις ικανότητές τους, το YouTube. Από εκεί «ψαρεύουν» ταλέντα σήμερα τα στούντιο, από εκεί ξεκίνησε και ο Κάρι Μπέικερ, που χάρη στο διαδικτυακό του fanbase βρήκε τα 750 χιλιάδες δολάρια που χρειαζόταν για να γυρίσει την ταινία που μας απασχολεί αυτή την εβδομάδα, την «Εμμονή». Ένα μικρό φιλμ που τρέλανε αναλυτές και προγνωστικά με τη σαρωτική του επιτυχία. Σκεφτείτε πως μέχρι την ερχόμενη Κυριακή θα έχει ξεπεράσει τα 300 εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις, όσα δηλαδή χρειάζεται να μαζέψει η τελευταία ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ για να καλύψει το δικό της κόστος. Το έχουμε ξαναγράψει, ο Αμερικανός θεατής αναζητά πλέον πιο πρωτότυπες ιδέες.

Όχι πως η αρχική ιδέα πίσω από την «Εμμονή» είναι και τόσο ξεχωριστή. Το ξέρουμε το μοντέλο, και από το σινεμά αλλά και από την τηλεόραση (εκτός του Twilight Zone ας αναφέρουμε και την τηλεοπτική μεταφορά του Friday the 13th, που έπαιζε κάποτε ο ΑΝΤ1) και πάει ως εξής: Τραγικός ήρωας χρησιμοποιεί ένα παλιό μαγικό αντικείμενο για να πραγματοποιήσει μια ευχή του και, δυστυχώς γι’ αυτόν, η ευχή όντως πραγματοποιείται. Η ικανότητα του Μπάρκερ έγκειται στο πώς μεταφέρει αυτή τη συνταγή στο σήμερα. Ο άντρας είναι ο Μπέαρ, ένας νεαρός που βρίσκεται σε αγωγή για κατάθλιψη και είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Νίκι, που μοιάζει να έχει τα δικά της θέματα. Το φιλικό – όσο και περιορισμένο – ενδιαφέρον γι’ αυτόν είναι κάτι παραπάνω από προφανές. Έτσι, όταν το μαγικό αντικείμενο πέφτει στα χέρια του σε μια στιγμή αδυναμίας, ζητά να αγαπηθεί από τη Νίκι περισσότερο από τον οποιονδήποτε άλλο – το οποίο και συμβαίνει αυτοστιγμής. Όμως, διαπιστώνουμε πολύ νωρίς πως ο έρωτας αυτός είναι τελικά επιβεβλημένος δια της μεταφυσικής βίας στην άμοιρη Νίκι. Και αυτό είναι ένα εκπληκτικό εύρημα! Γιατί είναι η επιβολή η ίδια (και όχι η φύση της) που οδηγεί τη Νίκη στη σχιζοφρένεια, συμπαρασύροντας τον ήρωά μας που αρχίζει σταδιακά να συνειδητοποιεί τις συνέπειες της πράξης του. Αυτή η τόσο λεπτή αλλά και τόσο κρίσιμη παραλλαγή του μύθου, μετατρέπει το φιλμ σε μια ασφυκτική αλληγορία τρόμου, με την αναγκαιότητα του χαμηλού προϋπολογισμού να μετατρέπεται σε προτέρημα έτσι όπως το ντεκουπάζ μοιάζει να εμπνέεται από το σινεμά του Πολάνσκι, μετατρέποντας το μικρό διαμέρισμα σ’ έναν λαβύρινθο της ψυχής όπου οι διαπροσωπικές σχέσεις εξελίσσονται κι αυτές σε ιστορίες τρόμου, μικρής κλίμακας μα μεγάλης ισχύος.

Το “Θανάσιμα πλούσιος” είναι για μένα εξίσου μεγάλη έκπληξη: Μια κατάμαυρη κωμωδία με σαρδόνιες προεκτάσεις, αιχμηρή και ιδιαιτέρως ψυχαγωγική, όπου ο μπάσταρδος γιος μιας πάμπλουτης οικογένειας, αποφασίζει να ξεπαστρέψει ένα – ένα τα μέλη της που στέκονται ανάμεσα σε αυτόν και την κληρονομιά της αμύθητης περιουσίας τους. Έχει κάτι από παλιό Χόλιγουντ το μπρίο της, με ένα σενάριο που δεν σταματά να σε εκπλήσσει, και ένα πικρόχολο φινάλε, απόλυτα συνεπές με όσα έχουν προηγηθεί. Ωραιότατος ο Γκλεν Πάουελ στον πρώτο ρόλο, την παράσταση όμως κλέβει η Μάργκαρετ Κουόλεϊ ως φεμ φατάλ, και ο Εντ Χάρις, που έχω την αίσθηση πως το ευχαριστήθηκε κιόλας. Έχουμε και τρεις επανεκδόσεις, με πρώτο το “Ψυχώ” του Χίτσκοκ. Θα μου πείτε, πόσες φορές να το ξαναδώ; Όσες περισσότερες γίνεται, θα απαντήσω. Από δίπλα η “Αμελί” του Ζαν Πιερ Ζενέ, για τους ρομαντικούς, ενώ οι πιο σινεφίλ ας τρέξουν στο “Scarlet Street” του Φριτς Λανγκ, νουάρ παραγωγής 1945, σύμφωνα με τον Ταραντίνο “μια από τις καλύτερες αμερικάνικες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ”. Δίκιο έχει.

Τέλος, θα μπορούσε το “Toy Story 5” να είναι αριστούργημα; Ε, δύσκολο – ειδικά αν σκεφτούμε τον πήχυ που έχουν θέσει οι πρώτες τρεις ταινίες της σειράς. Όμως είναι εξίσου δύσκολο να πετύχεις κακή ταινία από την Pixar. Οι άνθρωποι είναι επαγγελματίες, και ο επαγγελματισμός τους λάμπει και εδώ, σε ένα σίκουελ που πιάνει λίγο πιο σοβαρά το θέμα της ψηφιακής επανάστασης (αντιπροτείνοντας μια συμφιλίωση με τις μηχανές) και διαθέτει πολυάριθμα ξεκαρδιστικά γκακς και στιγμές καθαρής συγκίνησης.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












