Ο Salahodeen Abdul-Kafi εργαζόταν για 14 χρόνια στον τεχνολογικό κλάδο σε εταιρείες όπως η Microsoft, η Google, το YouTube, η Shopify και η Cruise.
Οι ετήσιες απολαβές του έφτασαν τις 450.000 δολάρια ωστόσο με την πάροδο του χρόνου δεν τον ικανοποιούσε η ενασχόλησή του στον κλάδο.
«Μου φάνηκε ότι η δουλειά επικεντρωνόταν όλο και περισσότερο στο να βγάζει χρήματα παρά στη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων ή στην υποστήριξη των επιχειρήσεων», όπως εξηγεί.
Έτσι, στα 33 του, έφυγε από το Σαν Φρανσίσκο για να απασχοληθεί σε έναν θρησκευτικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό στο Τέξας, με μείωση μισθού άνω του 50%.
Ενώ εργαζόταν στον μη κερδοσκοπικό οργανισμό, άρχισε να διοργανώνει δείπνα και να μαγειρεύει μπάρμπεκιου για φίλους. «Άρχισα να φτιάχνω χαλάλ στήθος κοτόπουλου, και μου έλεγαν συνέχεια ότι δεν μπορούσαν να βρουν κάτι αντίστοιχο», όπως λέει προσθέτοντας ότι πολλοί απέφευγαν επίσης τα παραδοσιακά εστιατόρια μπάρμπεκιου λόγω του κινδύνου μολύνσεων από τη χρήση χοιρινού κρέατος.
Πώς γεννήθηκε το Kafi BBQ
«Τότε άρχισα να αναρωτιέμαι αν υπήρχε χώρος για κάτι που δεν είχε ήδη το μπάρμπεκιου του Τέξας», σημειώνει.
Και έτσι γεννήθηκε το Kafi BBQ, το οποίο ξεκίνησε την λειτουργία του τον Δεκέμβριο του 2024. «Ετοιμάσαμε αρκετό μπάρμπεκιου για τρεις μέρες, αλλά το πουλήσαμε όλο την πρώτη μέρα. Αρχίσαμε να μαγειρεύουμε ξανά το ίδιο βράδυ», αναφέρει.
Το εστιατόριο αργότερα έγινε διάσημο καθώς αναφέρθηκαν στην λειτουργία του δημοσιεύματα του Τύπου. Το περιοδικό D το κατέταξε σε ένα από τα 12 κορυφαία εστιατόρια μπάρμπεκιου στο Ντάλας-Φορτ Γουόρθ, και το Eater σε ένα από τα 15 καλύτερα νέα εστιατόρια στην Αμερική.
Πέρυσι, το εστιατόριο είχε έσοδα λίγο κάτω από 2,3 εκατ. δολάρια και φέτος προβλέπεται να φτάσει τα 4 εκατ. δολάρια.
Πάντως, όπως αποκαλύπτει ο Abdul-Kafi, ο ίδιος δεν έχει λάβει ούτε ένα δολάριο ακόμα και εξακολουθεί να ζει από τις οικονομίες του.
Αυτό οφείλεται στο κόστος λειτουργίας του εστιατορίου. «Το κόστος των τροφίμων μας ανέρχεται σε περίπου 125.000 δολάρια το μήνα. Το κόστος εργασίας είναι περίπου 50.000 δολάρια το μήνα. Το ενοίκιο είναι περίπου 15.000 δολάρια, ενώ τα έξοδα κοινής ωφέλειας, μάρκετινγκ, μπαχαρικά και αναλώσιμα προσθέτουν χιλιάδες ακόμη. Συνολικά, ξοδεύουμε περίπου 215.000 δολάρια κάθε μήνα μόνο και μόνο για τη συντήρηση», εξηγεί.
«Έχουμε πλέον κέρδος αλλά όχι με την έννοια ότι είμαστε σε θέση να αποπληρώσουμε όλη την αρχική επένδυση του εστιατορίου, η οποία κόστισε περίπου 1 εκατομμύριο δολάρια», προσθέτει τονίζοντας ότι αν και εργάζεται περισσότερες ώρες από ό,τι όταν εργαζόταν στον τεχνολογικό κλάδο, βρίσκει τη δουλειά πολύ πιο ικανοποιητική.
Οι ομοιότητες της εστίασης με τον τεχνολογικό κλάδο
Πάντως, αν και άφησε πίσω του τον τεχνολογικό κλάδο, όπως λέει, «κουβαλάει» μαζί του πολλές από τις δεξιότητές του στον χώρο της εστίασης.
«Πριν υπογράψω το μισθωτήριο συμβόλαιο, πέρασα μήνες ελέγχοντας τη ζήτηση με το να πουλάω πιάτα από το σπίτι μου, διοργανώνοντας εκδηλώσεις και συλλέγοντας δεδομένα. Στόχος μου ήταν να μειώσω όσο το δυνατόν περισσότερο την αβεβαιότητα πριν κάνω μια μεγάλη επένδυση», αναφέρει.
«Έγινα σχολαστικός με τους αριθμούς. Συνεργάστηκα με προμηθευτές κρέατος πριν ανοίξω, ώστε να μπορώ να κατανοώ το κόστος μου. Μέτρησα πόσο ζύγιζε το κρέας όταν το αγόρασα, πόσο ζύγιζε μετά το κόψιμο και το μπάρμπεκιου και πόσο μπορούσα τελικά να πουλήσω. Ήθελα απαντήσεις σε κάθε ερώτηση που μπορούσα να σκεφτώ πριν ανοίξω τις πόρτες», συνεχίζει.
«Αλλά ακόμα και μετά το άνοιγμα του εστιατορίου, παραμένω σχολαστικός. Διατηρώ ένα υπολογιστικό φύλλο με όλες τις συνταγές, όπου κάθε υλικό είναι μετρημένο με ακρίβεια γραμμαρίου. Ήθελα οι συνταγές να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβείς… Είτε πρόκειται για συνοδευτικό πιάτο, για επιδόρπιο ή για μείγμα μπαχαρικών για μπάρμπεκιου, γνωρίζω ακριβώς την ποσότητα κάθε υλικού που περιέχουν», συμπληρώνει.
Παράλληλα, αποκαλύπτει ότι χρησιμοποιεί μια προσέγγιση ανάπτυξης προϊόντων όταν δημιουργεί νέα στοιχεία στο μενού. «Κάθε μήνα, φτιάχνω νέα λουκάνικα, επιδόρπια και ειδικές προσφορές. Όταν λανσάρω κάτι νέο, δεν υποθέτω ότι το έκανα σωστά με την πρώτη. Αντίθετα, κινούμε στην τραπεζαρία και ρωτάω τους πελάτες τι πιστεύουν. Στη συνέχεια, κάνω αλλαγές με βάση αυτά τα σχόλια», σημειώνει.
«Από πολλές απόψεις, το μπάρμπεκιου δεν διαφέρει τόσο πολύ από την τεχνολογία όσο νομίζει ο κόσμος. Εξακολουθώ να πειραματίζομαι, να λύνω προβλήματα και να προσπαθώ συνεχώς να βελτιώνω ένα προϊόν. Νομίζω ότι γι’ αυτό η μετάβαση μου φάνηκε τόσο φυσική», υποστηρίζει.
Με πληροφορίες από Business Insider
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












