Πολλοί κινηματογραφιστές έχουν επιχειρήσει να αποτυπώσουν τη φθαρτή, ασταθή φύση της μνήμης — από τον Αλέν Ρενέ του «Πέρσι στο Μάριενμπαντ» μέχρι τον Κρίστοφερ Νόλαν του «Μεμέντο».
Η Κάρλα Σιμόν στο «Ρομέρια» προσθέτει τη δική της εκδοχή, στήνοντας ένα συναισθηματικά φορτισμένο μωσαϊκό αναμνήσεων γύρω από τη Μαρίνα, μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να ανασυνθέσει την εικόνα των γονιών της, τους οποίους ουσιαστικά δεν γνώρισε ποτέ. Η αφετηρία είναι σχεδόν πεζή — μια γραφειοκρατική διαδικασία για μια υποτροφία — όμως πολύ γρήγορα η ταινία μετατοπίζεται σε ένα πεδίο όπου η αλήθεια αποδεικνύεται θολή και συχνά αντιφατική. Η Σιμόν επιλέγει συνειδητά να μην προσφέρει βεβαιότητες και επιχειρεί ένα άνοιγμα του φορμαλιστικού της λεξιλογίου, απομακρυνόμενη εν μέρει από τον αυστηρό ρεαλισμό των προηγούμενων έργων της. Εισάγει το φαντασιακό και το ονειρικό ως βασικούς μηχανισμούς αφήγησης, αναγνωρίζοντας ότι η μνήμη αποτελεί (μεταξύ άλλων) και μια κατασκευή. Αυτή η θαρραλέα επιλογή λειτουργεί υπέρ της ταινίας, με το τοπίο να λειτουργεί υποδειγματικά ως συναισθηματικός καθρέφτης της ηρωίδας, ενώ ταυτόχρονα η Σιμόν συνομιλεί με μια τραυματισμένη ιστορική περίοδο, τη γενιά της ηρωίνης και του AIDS στην Ισπανία των ’80s, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται σε μια στείρα κοινωνιολογική ανάγνωση. Το «Ρομέρια» είναι, τελικά, μια σημαντική ταινία, ακριβώς επειδή αναγνωρίζει πως η αλήθεια δεν κατακτάται ποτέ.

Στα υπόλοιπα «φρέσκα», η «Σούπεργκερλ» έρχεται να σώσει τον πλανήτη (το Χόλιγουντ συνεχίζει να «αρμέγει» τη βιομηχανία των κόμικ), και οι Άντριου Σκοτ και Μπρένταν Φρέιζερ πρωταγωνιστούν στο «72 ώρες προθεσμία» όπου μια ομάδα Βρετανών μετεωρολόγων και στρατιωτικών αξιωματούχων συνεργάζεται για τις συνθήκες που θα καθορίσουν την επιτυχία της απόβασης στη Νορμανδία. Να σας πω την αλήθεια, βαρέθηκα. Βρήκα όμως συναρπαστικό το «Νόβακ» του Χάρη Λαγκούση όπου ένας Κροάτης νευροεπιστήμονας, εκδιωγμένος από την πρώην Γιουγκοσλαβία του Τίτο εξαιτίας μιας ριζοσπαστικής έρευνάς του, καλείται από μια ομάδα ιδεαλιστών νέων επιστημόνων στην Αθήνα να αναβιώσει το ξεχασμένο έργο του. Επιδέξια φωτογραφημένο, με δυνατή αίσθηση του κινηματογραφικού ρυθμού, το φιλμ εκπέμπει μια όμορφη, και σχεδόν «εθιστική» τρέλα, ένα ψυχεδελικό b-movie που δεν χορταίνεις να βλέπεις – τόσο που τα σεναριακά του κενά περνούν εως και απαρατήρητα.

Έχουμε φυσικά και επανεκδόσεις, με την «Γκαρσονιέρα» του Μπίλι Γουάιλντερ να επιστρέφει για άλλη μια φορά στα θερινά, ενώ μάλλον προέκυψε κλασσικό με τα χρόνια το «The dreamers» του Μπερνάντο Μπερτολούτσι, με Εύα Γκριν, Λουί Γκαρέλ και Μάικλ Πιτ (ομολογουμένως το αγαπούν πολύ οι έλληνες σινεφίλ). Το «κλου» όμως είναι η επανέκδοση του «Υπεράνω πάσης υποψίας» του Έλιο Πέτρι όπου ο Τζιάν Μαρία Βολοντέ, πανίσχυρος αστυνομικός διευθυντής. δολοφονεί την ερωμένη του και αφήνει προκλητικά στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος, θέλοντας να αποδείξει ότι η εξουσία που κατέχει τον καθιστά ανέγγιχτο από τον νόμο. Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας το 1970, και μια αποθέωση της σαρκοβόρας σάτιρας.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












