Τoυ δρ. Κυριάκου Α. Κενεβέζου, τέως πρέσβη Κύπρου
ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ κατά την οποία η διεθνής δημόσια σφαίρα φαίνεται να απομακρύνεται σταδιακά από την άμεση και καθημερινή ενασχόληση με τις ένοπλες συγκρούσεις, χωρίς αυτό να συνεπάγεται σε καμία περίπτωση την αποδυνάμωση ή εκτόνωση των υποκείμενων γεωπολιτικών εντάσεων, επανέρχεται με ιδιαίτερη σαφήνεια η ανάγκη να επανεξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο οι περιφερειακές κρίσεις, είτε στην Ανατολική Μεσόγειο, είτε στην Ουκρανία, είτε στη Μέση Ανατολή και σε ευρύτερα τόξα αστάθειας της διεθνούς τάξης, επιδρούν στις σχέσεις κρατών και κοινωνιών που δεν συγκροτούνται συγκυριακά, αλλά εδράζονται σε ιστορικά βάθη, θεσμική μνήμη και διαχρονική συνέχεια.
Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ περίοδος, κατά την οποία η Κύπρος βρέθηκε εκ νέου σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής πυκνότητας και επιχειρησιακής εγρήγορσης, ανέδειξε, πέρα από τις προφανείς αμυντικές, διπλωματικές και θεσμικές διαστάσεις, κάτι βαθύτερο και λιγότερο ορατό στη συγκυριακή ανάλυση: τον καθοριστικό ρόλο των κοινωνιών ως θεμελίου νομιμοποίησης, κατανόησης και έμπρακτης αλληλεγγύης.
Η ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ της κοινωνίας στην Ελλάδα, όπως και η αντίστοιχη αμφίδρομη αίσθηση εγγύτητας στην Κύπρο, κατέδειξαν ότι, πέρα από τους θεσμικούς μηχανισμούς και τις κυβερνητικές αποφάσεις, υπάρχει ένα βαθύτερο επίπεδο σχέσης, το οποίο δεν ενεργοποιείται περιστασιακά, αλλά λειτουργεί ως διαρκής ιστορική σταθερά και παρακαταθήκη.
Πρόκειται για ένα υπόστρωμα κοινής πολιτισμικής, αναφοράς και συλλογικής ιστορικής εμπειρίας, μνήμης και πορείας μέσα στον χρόνο, το οποίο υπερβαίνει τις θεσμικές διαφοροποιήσεις χωρίς ποτέ να τις αναιρεί και το οποίο αναδύεται με ιδιαίτερη καθαρότητα σε στιγμές έντασης ή κρίσης.
ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ της κρατικής πολιτικής, οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου έχουν διαμορφώσει διαχρονικά ένα σύνθετο πλέγμα στρατηγικού συντονισμού, διπλωματικής σύγκλισης και θεσμικής συνεργασίας, εντός του αυστηρού πλαισίου του διεθνούς Δικαίου και της αρχής της κυριαρχίας εκάστου.
ΩΣΤΟΣΟ, η συγκυρία δεν αναδεικνύει απλώς τη σημασία της συνέχειας, αλλά κυρίως την ανάγκη ποιοτικής εμβάθυνσης και θεσμικής ωρίμανσης αυτού του πλαισίου, όχι ως απάντηση σε έκτακτες συνθήκες, αλλά ως προϊόν στρατηγικού σχεδιασμού με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
ΣΕ ΑΥΤΟ το πλαίσιο, είναι κρίσιμο να υπογραμμιστεί με απόλυτη θεσμική καθαρότητα ότι κάθε διαδικασία ενίσχυσης και εμβάθυνσης των διμερών σχέσεων δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως σύγκλιση που θίγει ή υποκαθιστά την κυριαρχία και την κρατική αυτοτέλεια των δύο πλευρών.
Αντιθέτως, η ουσιαστική αναβάθμιση της συνεργασίας προϋποθέτει, ως αδιαπραγμάτευτη βάση, τον πλήρη σεβασμό της συνταγματικής τάξης και της διεθνούς υπόστασης κάθε κράτους.
Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ συνεργασία δεν αποτελεί σύμμειξη ταυτοτήτων, αλλά συνειδητή και θεσμικά οριοθετημένη σύμπλευση συμφερόντων και προτεραιοτήτων.
ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ, συνεπώς, δεν είναι η αναδιαμόρφωση των σχέσεων, αλλά η εμβάθυνση μιας ήδη ιστορικά διαμορφωμένης πραγματικότητας η οποία συνιστάται στο ότι η σχέση των δύο κοινωνιών προηγείται συχνά της πολιτικής συγκυρίας και, σε κρίσιμες στιγμές, λειτουργεί ως παράγοντας συνοχής και σταθερότητας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η κοινωνική διάσταση δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο της κρατικής πολιτικής, αλλά θεμελιώδη πυλώνα ανθεκτικότητας του συνολικού διμερούς πλαισίου.
ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ζήτημα, ως διαχρονικό και σύνθετο ζήτημα διεθνούς δικαίου και ασφάλειας, παραμένει κεντρικός άξονας αυτής της σχέσης. Η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να περιορίζεται σε συγκυριακές αναγνώσεις ή αποσπασματικές προσεγγίσεις, αλλά απαιτεί θεσμική συνέχεια, στρατηγική επιμονή και προσήλωση σε αρχές που υπερβαίνουν τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες του διεθνούς συστήματος.
ΥΠΟ ΑΥΤΟ το πρίσμα, η σχέση Κύπρου και Ελλάδας δεν συνιστά απλώς μια διμερή σχέση εξωτερικής πολιτικής, αλλά ένα πολυεπίπεδο και βαθιά εδραιωμένο σύστημα ιστορικής, κοινωνικής και θεσμικής συνάφειας, το οποίο λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης ρευστότητας και ασυμμετρίας.
Η σημασία του δεν περιορίζεται στη διαχείριση κρίσεων, αλλά κυρίως στην παραγωγή συνέχειας, προβλεψιμότητας και θεσμικής συνοχής.
ΕΝ ΤΕΛΕΙ, η ουσία αυτής της σχέσης δεν εξαντλείται σε πολιτικές διακηρύξεις ή συγκυριακές εκφράσεις αλληλεγγύης.
Εδράζεται σε μια ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα, με βαθύ και αποδεδειγμένο βάθος χρόνου. Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν, η περαιτέρω θεσμική της ενίσχυση δεν αποτελεί απλώς επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα με ορίζοντα ιστορικής διάρκειας.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












