Skip to main content

Η υποβολή της Νέας Πράξης Κυβερνοασφάλειας στη δοκιμασία της αναλογικότητας

SHUTTERSTOCK

Oι τρίτες χώρες χαρακτηρίζονται ως εγείρουσες κινδύνους επί τη βάσει κριτηρίων που δεν είναι αρκούντως ορισμένα, σαφή και ακριβή

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Τoυ Σπυρίδωνα Ι. Φλογαΐτη, Καθηγητή, Δικηγόρου

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ σύνταξης του παρόντος, έχει διαβιβαστεί στην αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και συζητείται, σε επίπεδο πρώτης ανάγνωσης, από Ομάδα Εργασίας του Συμβουλίου, η από 20.1.2026 πρόταση Κανονισμού της Επιτροπής για αναθεώρηση της πράξης για την Κυβερνοασφάλεια.

Η πρόταση αυτή εισάγεται κατά τη διαδικασία της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας και ενισχύει την ήδη υπάρχουσα εντολή στον ENISA, ενώ μεταρρυθμίζει το υφιστάμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο πιστοποίησης, που επιχειρεί να διασφαλίσει ότι τα προϊόντα, οι υπηρεσίες και οι διαδικασίες Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών (ΤΠΕ/ICT) τελούν σε συμμόρφωση με συγκεκριμένες απαιτήσεις ασφάλειας.

ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ, η προτεινόμενη νομοθετική πράξη προχωρεί ένα βήμα παραπέρα από την αναθεώρηση των ισχυουσών ρυθμίσεων, εισάγοντας, με τις διατάξεις του Τίτλου VI, ένα νέο, οριζόντιο κανονιστικό πλαίσιο για αντιμετώπιση μη τεχνικών παραγόντων κινδύνων στις αλυσίδες εφοδιασμού ΤΠΕ.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά τον προτεινόμενο Κανονισμό, η Επιτροπή θα δύναται να χαρακτηρίζει, κατ’ εξουσιοδότηση, τρίτες χώρες ως εγείρουσες κινδύνους για την κυβερνοασφάλεια.

Για τον σκοπό αυτό πρέπει να λαμβάνει υπόψη το υφιστάμενο νομικό και θεσμικό καθεστώς της τρίτης χώρας, την απουσία αποτελεσματικών μέσων έννομης προστασίας και ανεξάρτητων και δημοκρατικών μηχανισμών ελέγχου, περιστατικά παραγόντων κυβερνοαπειλής που δραστηριοποιούνται εκτός του εδάφους της τρίτης χώρας και την προθυμία της τελευταίας να συνεργαστεί με την Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη για τον λόγο αυτό, και εν γένει πληροφορίες που προκύπτουν από διεξαγόμενες εκτιμήσεις κινδύνου και εκθέσεις, που έχουν συντάξει τα κράτη- μέλη ή διεθνείς οργανισμοί (στους οποίους, στη σκέψη 17 της αιτιολογικής έκθεσης, ρητά μνημονεύεται το ΝΑΤΟ).

Του χαρακτηρισμού αυτού παρέπεται η υπαγωγή των οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στη χαρακτηρισμένη τρίτη χώρα ή ελέγχονται από αυτήν, στον κατάλογο προμηθευτών υψηλού κινδύνου, και ο αποκλεισμός τους από μια σειρά δραστηριοτήτων, όπως σύναψη δημοσίων συμβάσεων, συμμετοχή σε προγράμματα χρηματοδότησης, αίτηση και κατοχή ευρωπαϊκών πιστοποιητικών κυβερνοασφάλειας κ.λπ.

ΤΟ ΠΕΔΙΟ των προτεινόμενων διατάξεων αφορά ένα φάσμα 18 τομέων, τους οποίους ο ενωσιακός νομοθέτης, έχει ήδη αξιολογήσει, με την Οδηγία (Ε.Ε.) 2022/2555, ως υψηλής κρισιμότητας ή απλώς κρίσιμους (ενδεικτικά: ενέργεια, μεταφορές, τράπεζες και υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών, ψηφιακές υποδομές κ.λπ.).

Οι προτεινόμενες διατάξεις, ρυθμίζοντας, στο όνομα της εσωτερικής αγοράς (114 ΣΛΕΕ) και κατά τρόπο οριζόντιο, ζητήματα εθνικής ασφάλειας και γεωπολιτικής, δηλαδή ζητήματα που άπτονται των παρακρατημένων αρμοδιοτήτων των κρατών-μελών, δεν στοιχούν με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, που διατρέχει τη συνταγματική δομή της Ένωσης.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γινόταν δεκτή τυχόν θεμελίωση της ενωσιακής δράσης, οι περιορισμοί που εισάγονται με τις υπό κρίση διατάξεις, υπερβαίνουν τα όρια που επιβάλλονται από τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), ο οποίος εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

ΣΥΜΦΩΝΑ με τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του ΧΘΔΕΕ: «Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».

Κατά την εξέταση της αναλογικότητας, η νομολογία δίδει ιδιαίτερη προσοχή στην ισόρροπη στάθμιση μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και της σοβαρότητας της επεμβάσεως, εξετάζοντας, παράλληλα, την ύπαρξη άλλου εξίσου αποτελεσματικού, μα λιγότερο επαχθούς μέτρου.

ΤΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ του πλαισίου άσκησης ελέγχου αναλογικότητας διαγράφει, με τις λίαν προσφάτως διατυπωθείσες προτάσεις της, η Γενική Εισαγγελέας, Tamara Capeta, εν όψει της εκκρεμούς, ενώπιον του ΔΕΕ, υπόθεσης C-354/24, στην οποία επίδικο είναι η δυνατότητα των εσθονικών αρχών να απαγορεύουν τη χρήση ορισμένου εξοπλισμού, εάν κρίνουν ότι θέτει την εθνική ασφάλεια σε κίνδυνο.

Χωρίς να παραγνωρίζεται ότι «η ασφάλεια των δικτύων επικοινωνιών έχει μεγάλη σημασία στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες», δυνάμενη ούτως να αποτελέσει δικαιολογητικό λόγο για την επιβολή περιορισμών στην ελευθερία παροχής τέτοιων δικτύων και υπηρεσιών, η Γενική Εισαγγελέας υποστηρίζει ότι τυχόν περιορισμός «μπορεί να επιβληθεί μόνον εάν ο κίνδυνος για το εν λόγω συμφέρον είναι πραγματικός, ενεστώς και αρκούντως σοβαρός στη συγκεκριμένη περίπτωση».

Η εκτίμηση, δε, για τη συνδρομή του κινδύνου δεν μπορεί να ερείδεται «σε μια γενική υποψία», αλλά, «αντιθέτως, πρέπει να διενεργείται συγκεκριμένη εκτίμηση της χρήσης για την οποία προορίζεται ο εν λόγω εξοπλισμός και των συναφών κινδύνων».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, οι εξής διαπιστώσεις προκύπτουν αβίαστα από το κείμενο της πρότασης που έχει τεθεί σε διαβούλευση:

α) Oι τρίτες χώρες χαρακτηρίζονται ως εγείρουσες κινδύνους επί τη βάσει κριτηρίων που δεν είναι αρκούντως ορισμένα, σαφή και ακριβή· αντιθέτως συνάπτονται περισσότερο με αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες, τουλάχιστον επί του παρόντος, στερούνται επαρκούς προβλεψιμότητας ως προς τον τρόπο εξειδίκευσής τους,

β) Τα ανωτέρω κριτήρια, καθότι μη τεχνικά, είναι μη αντικειμενικά,

γ) O χαρακτηρισμός των εκάστοτε τρίτων χωρών ανάγει τις οντότητες, που δραστηριοποιούνται στους ρυθμιζόμενους τομείς, σε προμηθευτές υψηλού κινδύνου, εκ μόνου του λόγου της εγκατάστασης, της κυριότητας και του ελέγχου τους, χωρίς αξιολόγηση του αν συντρέχει πράγματι κίνδυνος από τη δραστηριότητά τους, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση,

δ) Η εκ των προτέρων κατάρτιση καταλόγων προμηθευτών υψηλού κινδύνου αφορά ενιαίως 18 τομείς δραστηριοτήτων, χωρίς να διακρίνει τα επιμέρους, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός,

ε) Τα κράτη-μέλη μπορούν να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα μετριασμού, όχι όμως και να εισάγουν εξαιρέσεις από τις οικείες προβλέψεις στη δυνητική περίπτωση που θα έκριναν ότι δεν συντρέχει κίνδυνος για την εθνική τους ασφάλεια.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, συνεπώς, η πρόταση κανονισμού, όπως είναι διατυπωμένη, δημιουργεί αμφιβολίες για το αν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, από άποψη προσφορότητας, αναγκαιότητας αλλά και αναλογικότητας εν στενή εννοία.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.