Τoυ Αλέξανδρου Κοντονίκα, καθηγητή Χρηματοοικονομικής στο University of Essex, και τoυ Ανδρέα Φουστέρη, επίκουρου καθηγητή στο Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς
ΔΕΚΑΤΡΙΑ χρόνια μετά την κορύφωση της κρίσης δημοσίου χρέους, οι ελληνικές τράπεζες λειτουργούν πλέον σε καθεστώς σταθερότητας και ενισχυμένης εμπιστοσύνης.
Έχουν ξεπεράσει την περίοδο εσωστρέφειας, καθώς το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει πλέον ουσιαστικά αντιμετωπιστεί και ο τραπεζικός κλάδος στρέφεται σε αναπτυξιακή χρηματοδότηση.
ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ των νέων χορηγήσεων, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σαφής και βιώσιμη βελτίωση, καθώς η τραπεζική αγορά επανέρχεται σε κανονικούς ρυθμούς μετά από μια παρατεταμένη περίοδο επιφυλακτικότητας.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, καταγράφεται σταδιακή και ισχυρή ανάκαμψη από το 2020 και μετά, με κορύφωση το 2024 στα 27,1 δισ. ευρώ, από 8,5 δισ. ευρώ το 2015.

ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη του μεριδίου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) στα νέα επιχειρηματικά δάνεια: από 46% το 2015, υποχώρησε στο 20% το 2022, πριν κινηθεί εκ νέου ανοδικά προς το 34% το 2025.
Σε όρους ποσών, η χρηματοδότηση προς ΜμΕ αυξάνεται από 3,2 δισ. ευρώ το 2015 σε 5,9 δισ. ευρώ το 2024, καθώς η πιστωτική επέκταση αρχίζει να αποκτά πιο ισορροπημένη διάσταση.
Αφήνει επίσης περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης, εφόσον επιταχυνθεί ο ψηφιακός και τεχνολογικός μετασχηματισμός των ΜμΕ.
Στο κομμάτι των νοικοκυριών, το μερίδιο των στεγαστικών δανείων στο σύνολο των νέων χορηγήσεων κυμαίνεται μεταξύ 4%-9% την περίοδο 2015-2025, υποδεικνύοντας ότι η έντονη ανατίμηση των ακινήτων δεν συνδέθηκε με τραπεζική μόχλευση, αλλά κυρίως με αγορές μετρητοίς.
ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ των νέων χορηγήσεων, η άνοδος των καταθέσεων είναι πολύ εντονότερη, γεγονός που εξηγεί γιατί ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις έχει υποχωρήσει σε 69% το 2025.
Με βάση τα στοιχεία ισολογισμών της περιόδου 2015-2025, οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 116,4 δισ. ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα δανείων το 2025 είναι χαμηλότερα κατά περίπου 3,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2015, καθώς οι τράπεζες εστίασαν στη σταθεροποίηση και στην προσεκτική αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου.
ΣΕ Ό,ΤΙ ΑΦΟΡΑ το κόστος χρηματοδότησης, τα επιτόκια νέων επιχειρηματικών δανείων υποχώρησαν σταδιακά από το 2015 έως το 2021, φτάνοντας στο 3,1%, πριν κινηθούν υψηλότερα κατά την περίοδο 2022-2024.
Η ανοδική αυτή πορεία αντανακλά την έναρξη και σταδιακή ενίσχυση του κύκλου αυξήσεων επιτοκίων της ΕΚΤ, ο οποίος ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2022, έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία μηδενικών ή αρνητικών επιτοκίων.
Η εξέλιξη των επιτοκίων αναδεικνύει το προφανές δίπολο: τα υψηλότερα επιτόκια ενισχύουν τα έσοδα από τόκους, αλλά παράλληλα επιβραδύνουν την επενδυτική όρεξη και τη ζήτηση νέων δανείων.
Χαρακτηριστικά, το 2023 η εκτίναξη του επιτοκίου στο 5,9% συνοδεύτηκε από πτώση των νέων χορηγήσεων (19,4 δισ. ευρώ έναντι 24,6 δισ. ευρώ το 2022).

ΤΟ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών μειώθηκε έως το 2018 και στη συνέχεια ανέκτησε έδαφος, φτάνοντας τα 348,8 δισ. ευρώ το 2025, ενώ τα καθαρά κέρδη επέστρεψαν σε σταθερά θετική ζώνη μετά το 2021, αντανακλώντας τη σταδιακή αποκατάσταση της ποιότητας ισολογισμών και το πιο ευνοϊκό λειτουργικό περιβάλλον.
Η αξία των ελληνικών κρατικών ομολόγων που διακρατούν οι τράπεζες αυξήθηκε από 23,7 δισ. ευρώ το 2015 σε 34,9 δισ. ευρώ το 2025, με τη μεγαλύτερη άνοδο να καταγράφεται το 2020, όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ.
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει την έκθεση των τραπεζών σε ελληνικούς τίτλους, οι οποίοι επωφελήθηκαν από τη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.
Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ της ένταξης στο πρόγραμμα της ΕΚΤ αποτυπώνεται και στη μεταβολή της σύνθεσης των λειτουργικών εσόδων: το μερίδιο των εσόδων εκτός τόκων σχεδόν διπλασιάζεται στο 39% κατά μέσο όρο την τριετία 2020-2022 για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, έναντι μόλις 20% την περίοδο 2015-2019, γεγονός που αντανακλά αποτιμητικά οφέλη και αυξημένα έσοδα από αγοραπωλησίες τίτλων.
Αντίθετα, το 2023-2024, η άνοδος των επιτοκίων της ΕΚΤ φέρνει τα καθαρά έσοδα από τόκους ξανά στο επίκεντρο της κερδοφορίας (77% των λειτουργικών εσόδων).
ΣΥΝΟΛΙΚΑ, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο εξυγίανσης και σταθεροποίησης και κινείται προς μια νέα φάση όπου το ζητούμενο είναι η επιλογή και χρηματοδότηση βιώσιμων επενδύσεων που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα.
Δεδομένης της υψηλής εξάρτησης των ελληνικών επιχειρήσεων από τον τραπεζικό δανεισμό και της ακόμη περιορισμένης ανάπτυξης εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, όπως Private Equity και Venture Capital, η περαιτέρω ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα.
Παρά τα στενά χρονικά περιθώρια, παραμένει ανοιχτή η περαιτέρω συμμετοχή των τραπεζών στην τελική προσπάθεια απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Επίσης, η στροφή της ΕΚΤ σε μειώσεις επιτοκίων από τον Σεπτέμβριο του 2024 αποτελεί θετική ένδειξη για τις προοπτικές διεύρυνσης των χορηγήσεων.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












