Skip to main content

Η εμπειρία της Κρήτης και η ευκαιρία του Ιονίου

Η Κρήτη δεν απέτυχε μέχρι τώρα γεωλογικά. Απέτυχε χρονικά και πολιτικά. Το παράθυρο ευκαιρίας του 2017 έκλεισε πριν καν ανοίξει. Το ερώτημα είναι αν η χώρα θα καταφέρει να ανοίξει ένα νέο, αυτή τη φορά στον αληθινό corridor του Ιονίου και της Αδριατικής, πριν οι διεθνείς εξελίξεις την προσπεράσουν ξανά

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Η αποχώρηση της ExxonMobil από το «Δυτικά της Κρήτης» και η ουσιαστική παύση δραστηριότητας στο «Νοτιοδυτικά της Κρήτης» δεν αποτελούν μια τεχνική λεπτομέρεια.

Είναι η πιο ηχηρή επιβεβαίωση ότι η Ελλάδα άφησε να χαθεί ένα παράθυρο ευκαιρίας που είχε ανοίξει μεθοδικά το 2017, όταν η ΕΔΕΥ αναδομήθηκε ως πραγματικός κρατικός φορέας: τεχνικά επαρκής, διεθνώς αξιόπιστος και ικανός να συνομιλεί ισότιμα με τις μεγάλες εταιρείες. Ήδη από το 2017, όπως αποτυπώνεται σε επίσημες παρουσιάσεις και τεχνικές εισηγήσεις της σε διεθνή συνέδρια, η ΕΔΕΥ είχε υποστηρίξει ρητά ότι η έρευνα υδρογονανθράκων στη χώρα θα ξεκινούσε από το Ιόνιο, κατεβαίνοντας προοδευτικά προς τον Νότο. Τότε, οι δυσκολίες της Κρήτης είχαν αντιμετωπιστεί με μεθοδικότητα και η χώρα είχε καταφέρει να προσελκύσει ένα σπάνιο τριεθνές επενδυτικό τρίγωνο (Total – Repsol – ExxonMobil), με τις σχετικές συμβάσεις να κυρώνονται τελικά στη Βουλή το 2019.

Αυτό το momentum δεν αξιοποιήθηκε. Την περίοδο 2020–2022, αντί να ενισχυθεί η τεχνική συνέχεια, αποδυναμώθηκε. Ακόμη και η αλλαγή του ονόματος της ΕΔΕΥ από τα τέλη του 2020, μετέβαλε ριζικά τη φιλοσοφία και τη στόχευση του φορέα. Στο όνομα μιας εσπευσμένης «απολιγνιτοποίησης» που ανακοινώθηκε στα τέλη του 2019, της «πράσινης ανάπτυξης» και μιας ιδεολογικής δαιμονοποίησης των υδρογονανθράκων, οι εγχώριοι διαμορφωτές πολιτικής πάγωσαν τις διαδικασίες. Η χώρα αποδιάρθρωσε τη συνέχεια των ερευνών, ακύρωσε την επενδυτική εμπιστοσύνη —οδηγώντας στην αποχώρηση των Repsol και TotalEnergies το 2021–2022— και βυθίστηκε στην αθρόα εισαγωγή ακριβού LNG. Όταν η κυβέρνηση επιχείρησε να επανεκκινήσει άρον-άρον το πρόγραμμα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, ο βιομηχανικός χρόνος είχε ήδη χαθεί.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται η ανελαστικότητα· η έννοια που εξηγεί γιατί η Ελλάδα βρέθηκε εκτεθειμένη. Η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, μετά το 2022, έγινε απόλυτα ανελαστική: δεν μπορεί να απορροφήσει μεγάλες καθυστερήσεις, δεν μπορεί να περιμένει δέκα χρόνια για deepwater (βαθέων υδάτων) παραγωγή και δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς σταθερές ροές. Σε μια ανελαστική αγορά, το κόστος εκτοξεύεται με το παραμικρό σοκ και η Ελλάδα βρέθηκε ακριβώς εκεί.

Την ίδια στιγμή, υπονομεύθηκαν και σταδιακά εγκαταλείφθηκαν οι συμβάσεις μεγάλης διάρκειας αγοράς φυσικού αερίου που προστάτευαν την ελληνική αγορά από τις ακραίες διακυμάνσεις. Η πολιτική ηγεσία και το ενεργειακό κατεστημένο πανηγύριζαν για την «πράσινη μετάβαση», αλλά η Ελλάδα καθίστατο πλήρως εκτεθειμένη στις spot τιμές του TTF, ακριβώς τη στιγμή που η Ασία καθόριζε το παγκόσμιο κόστος. Η χώρα αγόραζε αέριο με premium, επειδή οι ασιατικές αγορές απορροφούσαν τα διαθέσιμα φορτία και ανέβαζαν την οριακή τιμή. Η ενεργειακή κρίση του 2022 δεν ήταν μόνο εξωγενής· υπήρξε και αποτέλεσμα λανθασμένων εγχώριων πολιτικών επιλογών.

Σε αυτό το περιβάλλον κρατικού ερασιτεχνισμού, οι μεγάλες εταιρείες έκαναν αυτό που κάνουν πάντα: εμπορεύονται φυσικούς όγκους ενέργειας σε μορφή μορίων και απαιτούν την ταχεία αναπλήρωσή τους. Δεν επενδύουν σε αφηγήσεις, επενδύουν στον άμεσο κύκλο παραγωγής. Θέλουν ροή, όχι θεωρία. Θέλουν projects που αποδίδουν γρήγορα, όχι σχεδιασμούς που υπόσχονται παραγωγή μετά από δώδεκα χρόνια. Η Κρήτη, με το κόστος των γεωτρήσεων σε μεγάλα βάθη να εκτοξεύεται και ένα χρονοδιάγραμμα που ξεπερνούσε πλέον τη δεκαετία, δεν μπορούσε να σταθεί σε αυτή τη βιομηχανική λογική των majors της πετρελαϊκής αγοράς.

Και κάπου εδώ αναδύεται ο αληθινός corridor (διάδρομος), όχι ως πολιτική φαντασίωση, αλλά ως βιομηχανική πραγματικότητα. Ο διάδρομος αυτός δεν είναι ένας θεωρητικός χάρτης. Είναι η συνέχεια των μορίων: από το upstream του Ιονίου–Αδριατικής, στο midstream των ιταλικών υποδομών και των αγωγών, και στο downstream της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το Νότιο Ιόνιο συγκεντρώνει πλέον το ρεαλιστικό ενδιαφέρον των ενεργειακών κολοσσών. Εκεί, αν και τα γεωλογικά βάθη είναι σε ορισμένες περιπτώσεις μεγάλα, παραμένουν πιο διαχειρίσιμα, ενώ η εγγύτητα σε υφιστάμενα δίκτυα επιτρέπει σαφώς ταχύτερους χρόνους ανάπτυξης. Η τάση αυτή ακολουθείται από τις Chevron, Helleniq Energy και Energean στην περιοχή. Αυτός είναι ο διάδρομος που λειτουργεί, επειδή βασίζεται σε υφιστάμενες, γεωγραφικά ώριμες υποδομές. Αυτός είναι ο διάδρομος που παράγει αξία και τον οποίο αντιλαμβάνονται οι εταιρείες. Και αυτός είναι ο διάδρομος που η Ελλάδα δεν διέκρινε έγκαιρα, επειδή εγκλωβίστηκε σε μια πολιτική αφήγηση για την Κρήτη η οποία δεν είχε καμία σχέση με τη σκληρή βιομηχανική πραγματικότητα.

Η γεωοικονομική σημασία του Ιονίου και της Αδριατικής έχει αναλυθεί πρόσφατα με άρθρα μου στη Ναυτεμπορική και στο Modern Diplomacy: πρόκειται για έναν ενιαίο άξονα όπου η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως upstream παραγωγός και η Ιταλία ως ώριμος downstream κόμβος. Η ExxonMobil απλώς ευθυγραμμίζεται με τη λογική του αληθινού διαδρόμου, και όχι του πολιτικού.

Η Κρήτη δεν απέτυχε μέχρι τώρα γεωλογικά. Απέτυχε χρονικά και πολιτικά. Το παράθυρο ευκαιρίας του 2017 έκλεισε πριν καν ανοίξει. Το ερώτημα είναι αν η χώρα θα καταφέρει να ανοίξει ένα νέο, αυτή τη φορά στον αληθινό corridor του Ιονίου και της Αδριατικής, πριν οι διεθνείς εξελίξεις την προσπεράσουν ξανά.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.