Τoυ Αθανάσιου Κεχαγιά, στελέχους Κανονιστικής Συμμόρφωσης και ΚΞΧ & ΧΤ και υποψηφίου διδάκτορα του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
Η εμπορική διασύνδεση, η ψηφιοποίηση της οικονομίας και η υπεραπλούστευση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, ενώ εμφανίζουν ένα θετικό πρόσημο ευχρηστίας και ταχύτητας, ταυτόχρονα δημιουργούν σοβαρές απειλές.
Οι συνθήκες αυτές γίνονται εκμεταλλεύσιμες από εγκληματικές οργανώσεις που αναζητούν ατέλειες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων και τη χρηματοδότηση παράνομων δράσεων.
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ απειλές που προκύπτουν είναι το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Σύμφωνα με τα πρότυπα της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF), πρόκειται για τη διαδικασία κατά την οποία παράνομα αποκτηθέντα κεφάλαια ενσωματώνονται σε νόμιμους οικονομικούς κύκλους, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής τους, ώστε να αποφευχθούν οι έννομες συνέπειες.

Άρρηκτα συνδεδεμένη και εξαιρετικά επικίνδυνη είναι και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η οποία σύμφωνα με τις ρυθμιστικές αποφάσεις του ΟΗΕ, αναφέρεται στην παροχή, συγκέντρωση ή χρήση χρημάτων για την υποστήριξη ενεργειών που στοχεύουν στην πρόκληση βλάβης, στον εκφοβισμό πληθυσμού ή στην επιβολή πολιτικής βούλησης.
ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ αυτές πρακτικές απειλούν την ασφάλεια και τη σταθερότητα της κοινωνίας. Η ανάγκη για αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή οδήγησε στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου νομικού πλαισίου στην Ελλάδα, που αποτυπώνεται κυρίως στο ν.4557/2018.
Ο νόμος αυτός εναρμονίζει τη χώρα με τις ευρωπαϊκές και διεθνείς απαιτήσεις, αποσκοπώντας στην προστασία του οικονομικού συστήματος και τη βελτίωση της κοινωνικής σταθερότητας.
ΕΝΩ Ο ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ τομέας και ο τομέας των τυχερών παιγνίων διαθέτουν μακρά εμπειρία και θεσμοθετημένες διαδικασίες συμμόρφωσης (υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Ελέγχου Τυχερών Παιγνίων), οι λοιποί υπόχρεοι επαγγελματίες συχνά εμφανίζουν μικρότερη εξοικείωση με το κανονιστικό πλαίσιο, την έννοια της δέουσας επιμέλειας και τις πρακτικές πρόληψης.
Αυτή η διαφορά καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την ενημέρωση, την εκπαίδευση και την υποστήριξή τους, ώστε να μπορούν να συμμορφώνονται αποτελεσματικά με τις υποχρεώσεις του ν.4557/2018.
ΣΤΑ ΥΠΟΧΡΕΑ πρόσωπα, εκτός των προαναφερθέντων τομέων, εντάσσονται οι δικηγόροι, οι λογιστές, οι συμβολαιογράφοι, οι μεσίτες ακινήτων, καθώς και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο εμπόριο πολύτιμων μετάλλων, λίθων, έργων τέχνης ή άλλων αγαθών μεγάλης αξίας (€10.000), ανεξάρτητα αν είναι ενιαία ή αποτελείται από επιμέρους πράξεις.
Ο συνοπτικά παρουσιαζόμενος αυτός κατάλογος των υπόχρεων προσώπων, όπως ήδη έχει ανακοινωθεί, θα εμπλουτιστεί στο άμεσο μέλλον με την προσθήκη των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών συλλόγων (ΠΑΕ), των πρακτόρων ποδοσφαίρου και άλλων.
Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι η έννοια του υπόχρεου προσώπου είναι ευρεία και καλύπτει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω της φύσης της δραστηριότητάς του, ενδέχεται να εκτεθεί σε κινδύνους ξεπλύματος χρήματος ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
ΤΑ ΑΝΑΛΗΦΘΕΝΤΑ βάρη των υπόχρεων προσώπων είναι σημαντικά και πολλαπλά. Πρωταρχικό μεταξύ αυτών είναι η διαδικασία επαλήθευσης της ταυτότητας κάθε πελάτη πριν από την τέλεση οποιασδήποτε εμπορικής-οικονομικής πράξης, μέσα από τις διαδικασίες «Γνωρίστε τον Πελάτη σας» (KYC, Know Your Customer).
Με αυτή τη διαδικασία, τα υπόχρεα πρόσωπα υποχρεούνται να συλλέγουν και να πιστοποιούν ταυτοτικά στοιχεία και οικονομικά δεδομένα, να αξιολογούν τους σχετικούς κινδύνους που μπορεί να απορρέουν από τον πελάτη, και να εγγράφουν με ακρίβεια όλες τις ενέργειές τους σύμφωνα με τους ελεγκτικούς κανόνες και αποφεύγοντας παράλληλα τη συνεργασία με πρόσωπα που ενδέχεται να απειλούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή την κοινωνική συνοχή.
ΠΕΡΑΝ ΤΩΝ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΘΕΙΣΩΝ αρχικών ενεργειών, ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη συνεχή παρακολούθηση των συναλλαγών καθ’ όλη τη διάρκεια της πελατειακής σχέσης.
Μέσω αυτής της επιτήρησης, οι υπόχρεοι έχουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν ασυνήθιστες και πιθανώς ύποπτες κινήσεις που υποδηλώνουν απόπειρες ξεπλύματος χρήματος ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Σε περίπτωση εντοπισμού τέτοιων συναλλαγών, ο νόμος επιβάλλει την άμεση υποβολή Αναφορών Ύποπτων Συναλλαγών στη σχετική εθνική αρχή, η οποία είναι υπεύθυνη για τη συλλογή, την ανάλυση και την αξιοποίηση αυτών των πληροφοριών με στόχο τη διερεύνηση και τη νομική δράση όπου απαιτείται.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, η νομοθεσία θεσπίζει αυστηρές υποχρεώσεις για την καταγραφή και τη διατήρηση των στοιχείων πελατών, συναλλαγών και διαδικασιών ελέγχου.
Αυτά τα αρχεία πρέπει να φυλάσσονται τουλάχιστον για πέντε χρόνια μετά τη λήξη κάθε συνεργασίας, εξασφαλίζοντας τη διαθέσιμη αποδεικτική βάση για μελλοντικούς ελέγχους ή νομικές διαδικασίες.
ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ, μεγάλο βάρος δίνεται στην υποχρέωση των υπόχρεων προσώπων να εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές συμμόρφωσης, οι οποίες περιλαμβάνουν τακτικούς ελέγχους και κυρίως την υποχρεωτική και επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση του εμπλεκόμενου προσωπικού.
Η εκπαίδευση στοχεύει στην ευαισθητοποίηση και στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων που απαιτούνται για την αναγνώριση και τη διαχείριση των κινδύνων ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
ΠΑΡΑ ΤΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ και αυστηρό νομικό πλαίσιο που θέτει ο ν.4557/2018, η εφαρμογή του στην πράξη δεν είναι απαλλαγμένη από δυσκολίες, με τις Εποπτικές Αρχές να επισημαίνουν συχνά ελλείψεις και κενά στην τήρηση των υποχρεώσεων.
Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, κατά το έτος 2024, απέστειλε στην ΑΑΔΕ 355 υποθέσεις με εμπλεκόμενα 924 πρόσωπα προκειμένου να ερευνηθούν για φοροδιαφυγή, εξέδωσε 204 εντολές ελέγχου από τις οποίες οριστικοποιήθηκαν οι έλεγχοι σε 221 υποθέσεις, καταλογίζοντας πρόστιμα ύψους 98,3 εκατομμυρίων ευρώ.
ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ συμπέρασμα είναι σαφές, η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θα πρέπει να αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα όλων.
Η αποτελεσματικότητα του συστήματος δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την εμπειρία του χρηματοπιστωτικού τομέα και των Εποπτικών Αρχών, αλλά καθίσταται επιτακτική η πλήρης συμμόρφωση και η ενεργός συμμετοχή των λοιπών υπόχρεων.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι εγκληματικές οργανώσεις βρίσκουν εύκολα πεδίο δράσης, η συμμόρφωση δεν είναι απλώς νομική υποχρέωση, αλλά κοινωνική ευθύνη και αναγκαία επένδυση για τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και της κοινωνικής ειρήνης.
Η ενημέρωση και η συνεχής εκπαίδευση του εμπλεκόμενου προσωπικού αποτελούν το κλειδί για να καλυφθούν τα υπάρχοντα κενά και να καταστεί η ελληνική οικονομία θωρακισμένη απέναντι σε εγκληματικές απειλές.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












