Του Άγγελου Στεργίου
Ομοτ. καθηγητή Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Πρόσφατα, ο ν. 5239/2025 (τροποποίηση του άρθρου 41 ν. 5184/2025) παρέκκλινε από κάθε γενική ή ειδική διάταξη ως προς τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών, σε περίπτωση προσαύξησης για νυχτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωρία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες πλέον της νόμιμης. Σύμφωνα με τον νέο νόμο, το συνολικό ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς θα υπολογίζεται στο εξής επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων, χωρίς να προσμετράται η προσαύξηση αυτή (άρθρο 73). Η διάταξη αυτή, που αφορά την πλήρη απασχόληση, εφαρμόζεται και στην περίπτωση χορήγησης επιπλέον της προβλεπόμενης προσαύξησης από συλλογική σύμβαση εργασίας ή οικειοθελώς από τον εργοδότη. Για την ακρίβεια, με τον ν. 5239/2025, σε αντιδιαστολή με προηγούμενες μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, δεν υποχωρούν τα ίδια τα ποσοστά αυτών, αλλά καθιερώνεται απαλλαγή των προσαυξήσεων από την καταβολή εισφορών.
Η ανωτέρω απαλλαγή από την καταβολή εισφορών συντείνει στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους του εργοδότη. Στην Αιτιολογική Έκθεση, ενώ προβάλλεται ως κύριο πλεονέκτημα του μέτρου η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, αποσιωπώνται η μείωση των εσόδων του e-ΕΦΚΑ, καθώς και η αρνητική επίδραση της μη καταβολής εισφορών για τις προσαυξήσεις στον υπολογισμό της μελλοντικής ανταποδοτικής σύνταξης.
Το προβλεπόμενο μέτρο στοχεύει σε διευκόλυνση των επιχειρήσεων να προσφύγουν στις αναφερόμενες παρεκκλίσεις/υπερβάσεις του χρόνου εργασίας, δηλαδή ο νόμος ουσιαστικά θέτει την κοινωνική ασφάλιση στην υπηρεσία της οικονομίας και ειδικότερα της ευελιξίας του εργασιακού καθεστώτος. Όχι μόνο επιτρέπει την τελευταία, αλλά και την ενθαρρύνει, μειώνοντας το κόστος της για τις επιχειρήσεις. Λ.χ., ένας υπάλληλος που εκτάκτως απασχολήθηκε 3 επιπλέον ώρες τη μία εβδομάδα μπορεί να λάβει για την υπερεργασία αμοιβή 20%, η αμοιβή όμως αυτή δεν υπόκειται σε εισφορές (Εγκ.e-ΕΦΚΑ 8/2025). Αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο 40% προβλέπεται για υπερωριακή απασχόληση για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, έως 3 ώρες ημερησίως και μέχρι τη συμπλήρωση 150 ώρες ετησίως. Ομοίως, γι’ αυτή την προσαύξηση δεν καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές.
Από σημαντική μερίδα οικονομολόγων προβάλλεται ο αντιαναπτυξιακός ρόλος των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς κι ο ρόλος τους ως αντικινήτρου στην αγορά εργασίας. Το μη μισθολογικό κόστος για την Ε.Ε. αντιπροσωπεύει ποσοστό μεγαλύτερο του 20% του συνολικού κόστους εργασίας. Η Ελλάδα τοποθετείται ανάμεσα στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες εισφορές. Συχνά, οι συγκρίσεις δεν είναι πολλές φορές κατάλληλες, γιατί το ύψος των εισφορών ενός συστήματος καθορίζεται με βάση τις δαπάνες του. Ενδέχεται χαμηλές εισφορές να αντιστοιχούν σε περιορισμένες συνταξιοδοτικές δαπάνες ή στην ύπαρξη ενός συστήματος που στηρίζεται και στους φόρους.
Από την πλευρά της η κυβέρνηση, ακολουθώντας τις προτροπές του σχεδίου ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία του Χ. Πισσαρίδη (2020), υλοποιεί σταδιακά τη μείωση των ποσοστών των εισφορών, με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, καθώς και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων. Κι αυτό αποτελεί κεντρική της πολιτική, με στόχο το 2027 σωρευτικά η μείωση να αγγίξει τις 5,9 ποσοστιαίες μονάδες. Από το 2019, η σωρευτική μείωση των εισφορών έχει ανέλθει ήδη σε 5, 4 ποσοστιαίες μονάδες. Να σημειώσουμε ότι ο καθορισμός του ύψους των εισφορών παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη και αποτελεί πολιτική επιλογή.
Ωστόσο, αυτό που μας κάνει επιφυλακτικούς είναι ότι αποσιωπώνται οι πλήρεις συνέπειες από αυτήν τη μείωση/απαλλαγή. Πρώτον, δεν αναφέρονται οι επιπτώσεις στη βιωσιμότητα του συστήματος. Εν όψει της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, αντί να αναζητούμε πρόσθετους πόρους, μειώνουμε τους ήδη υπάρχοντες. Η ενίσχυση της οικονομίας με τη μείωση του έμμεσου μισθολογικού κόστους μπορεί να εμφανίσει ανεπιθύμητες παρενέργειες σε επίπεδο χρηματοδότησης των φορέων. Άλλωστε, αγνοήθηκε η νομολογία της Ολομέλειας του ΣτΕ (1889/2019) που απαιτεί την προηγούμενη σύνταξη αναλογιστικής μελέτης για οποιαδήποτε μείωση εσόδων του ασφαλιστικού συστήματος. Εδώ, δεν υπήρξε καμία σχετική διερεύνηση αν το εν λόγω μέτρο είναι ικανό να προκαλέσει οικονομική ανισορροπία του συστήματος. Η βιωσιμότητα, κατά τις αναλογιστικές μελέτες, στηρίχθηκε σε ορισμένες νομοθετικές προβλέψεις εσόδων – εξόδων. Και φυσικά δεν αγγίζουμε ένα σκέλος, χωρίς να προνοήσουμε για το άλλο.
Κατά δεύτερο λόγο, οι μειώσεις/απαλλαγές ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση της έκτασης της προστασίας. Πράγματι, η αντισταθμιστική όψη της μείωσης των εσόδων του φορέα, λόγω ελάφρυνσης των εργοδοτών από το βάρος εισφορών, είναι η αντίστοιχη μείωση των παροχών ή -εφόσον επιθυμούμε να μείνουν αμετάβλητες- η πρόβλεψη αύξησης των εσόδων από άλλες πηγές (κρατικές επιχορηγήσεις, νέοι πόροι, κ.α.). Ειδάλλως, η μείωση των εισφορών είναι ικανή να δημιουργήσει πρόσθετα ελλείμματα στην κοινωνική ασφάλιση.
Ειδικότερα, η συρρίκνωση της βάσης υπολογισμού της σύνταξης από τον ν. 5239/ 2025 επιδρά αρνητικά στο ύψος του ανταποδοτικού της μέρους. Ως γνωστόν, για τους μισθωτούς λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου του. Ο μέσος όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου διά του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές. Εύκολα, λοιπόν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η προβλεπόμενη απαλλαγή των προσαυξήσεων από την καταβολή εισφορών θα οδηγήσει στο μη συνυπολογισμό τους στις μηνιαίες αποδοχές (συντάξιμες αποδοχές), περαιτέρω στη συρρίκνωση της βάσης υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης και συνακόλουθα στη μείωση του ύψους της. Ενώ η μείωση των ποσοστών ασφαλιστικής εισφοράς επιδρά έμμεσα στο ύψος της σύνταξης, η απαλλαγή των προσαυξήσεων από εισφορές επιδρά κατά τρόπο άμεσο σε αυτό.
Τέλος, δεν «κομίζομε γλαύκας εις Αθήνας», επαναλαμβάνοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι προϊόν πολλών παραγόντων κι όχι μόνο ζήτημα ύψους ασφαλιστικών εισφορών. Λ.χ. η τεχνολογική εξέλιξη, οι παραγωγικές δομές, η οικονομική πολιτική, η διαφθορά, η ποιότητα της εκπαίδευσης, η γραφειοκρατία κ.ά. μπορούν να συμβάλλουν εξίσου αποφασιστικά ή ακόμη και περισσότερο στους ρυθμούς ανάπτυξης μιας χώρας. Από την άλλη, οι μειώσεις των εισφορών είναι ικανές να καθηλώσουν τις συντάξεις σε χαμηλά επίπεδα, επιδρώντας αρνητικά στην επάρκεια των παροχών και την κοινωνική αποτελεσματικότητα του θεσμού. Αντί να δαιμονοποιείται η κοινωνική ασφάλιση, θα ήταν προτιμότερο να προβάλλονται οι ευεργετικές της συνέπειες στην κοινωνία και την οικονομία.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












