Μεσαία τάξη: Σε φτωχοποίηση διαρκείας

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2021 11:47
UPD:11:49
REUTERS/LOREN ELLIOTT
A- A A+

Από την έντυπη έκδοση

Του Δημήτρη Τζάνα,
οικονομολόγου

Η μεταπολεμική περίοδος έχει συνδεθεί με την αστική ανάπτυξη, φαινόμενο το οποίο χαρακτήρισε όλο τον δυτικό κόσμο. Τα φτωχοποιημένα κοινωνικά στρώματα, όπως είχαν διαμορφωθεί από τις συνθήκες της κατοχής αλλά και του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε, ανασυγκροτήθηκαν σταδιακά και πέτυχαν την αναβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου. Με την εσωτερική μετανάστευση να παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς εκτεταμένα τμήματα του πληθυσμού μετακινήθηκαν από την ύπαιθρο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ασκώντας επαγγέλματα του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα κυρίως και απασχολούμενοι στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, πέτυχαν να βελτιώσουν αργά αλλά σταθερά το βιοτικό τους επίπεδο.

Ο Δημήτρης Τζάνας

Σημαντικό μέρος άσκησε επιχειρηματικές δραστηριότητες είτε εργάστηκε για ίδιο λογαριασμό, διαμορφώνοντας την κατηγορία των αυτοαπασχολουμένων. Γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, τεχνίτες όλων των κατηγοριών, εργολάβοι και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες αποτέλεσαν μια ευρεία κατηγορία που συνήθως την αποκαλούμε «μεσαία τάξη». Για τις περιπέτειες της οποίας αξίζει τον κόπο να διαβαστεί το ομότιτλο βιβλίο του Παναγή Παναγιωτόπουλου, που θεωρεί ότι πριν από το 2010 λέξεις όπως «μικρομεσαίοι», «νοικοκυραίοι» και «μη προνομιούχοι» χρησιμοποιούνταν για την περιγραφή αυτής της τάξης.

Φτάνοντας στη δεκαετία του ‘80, η μεσαία τάξη συνδέθηκε με την καταναλωτική κουλτούρα της ευμάρειας. Τη δεκαετία του ‘90 η ίδια κουλτούρα καθιερώθηκε ως κεντρικό πολιτιστικό μοντέλο, για να μετατραπεί μετά το 2000 σε κουλτούρα της χλιδής και της πολυτέλειας. Είχε εδραιωθεί η βεβαιότητα ότι στο διηνεκές κάθε γενιά θα απολαμβάνει υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από την προηγούμενη. Οι αναφορές αρκετών οικονομολόγων για την αναντιστοιχία ανάμεσα σε συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης, όπως αποτυπωνόταν από δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, και οι συνεχείς επισημάνσεις των εκθέσεων της ΤτΕ ουδένα συγκινούσαν. Το πολιτικό σύστημα και οι ταγοί του μόνο πρόσκαιρα έκριναν ότι έπρεπε να διακόψουν τις συνθήκες ανοδικής πορείας του βιοτικού επιπέδου των μεσαίων στρωμάτων αναδιατάσσοντας το στρεβλό οικονομικό μοντέλο. Έτσι, τέσσερις δεκαετίες συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την άντληση τεράστιων ποσών από τα Ταμεία Συνοχής (στα 180 δισ. ευρώ υπολογίζονται) και καταλήγοντας στον υπέρμετρο δανεισμό του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μετά την είσοδο στην ΟΝΕ, δεν απέτρεψαν τη χρεοκοπία της χώρας το 2010. Την ίδια ώρα, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η οικονομική πορεία της χώρας εκτός Ε.Ε. θα ήταν διαφορετική και ίσως καλύτερη, χωρίς ωστόσο να συνεκτιμούν τα πολιτικά οφέλη από τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Η κρίση της τελευταίας δωδεκαετίας έχει ήδη επιφέρει δραστικές περικοπές των εισοδημάτων στο μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών στρωμάτων που απαρτίζουν τη μεσαία τάξη. Μικρό μέρος από αυτούς δεν έχει υποχρεώσεις που προέκυψαν είτε από υπερβολικό δανεισμό είτε από αδυναμία εκπλήρωσής τους προς το Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ΔΕΚΟ. Η ΤτΕ στην ετήσια επισκόπηση του χρηματοοικονομικού συστήματος για το 2017 αναφέρει ότι το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) ήταν: των στεγαστικών 28,1 δισ. ευρώ, των καταναλωτικών 15,3 δισ. ευρώ και των δανείων προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις 23,4 δισ. ευρώ. Οι τιτλοποιήσεις που έχουν ξεκινήσει μετά το 2019 έχουν βελτιώσει μεν την εικόνα των ΜΕΔ για τις τράπεζες, όμως πιθανότατα έχει επιδεινωθεί για τα νοικοκυριά τα οποία έχουν να αντιμετωπίσουν στο εγγύς μέλλον τις σκληρές νομικές πρακτικές που θα χρησιμοποιήσουν οι φορείς στους οποίους οι τράπεζες μεταβίβασαν τα ΜΕΔ. Ταυτόχρονα οι συνθήκες της πανδημίας, με τα εκτεταμένα moratoria και τη συμμετοχή των προγραμμάτων στήριξης για αποπληρωμή δανείων, συγκαλύπτουν τη νέα αύξηση των ΜΕΔ που από το 2022 θα καταγραφεί στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Την ίδια ώρα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο ξεπερνούν τα 100 δισ. ευρώ και σε 1,3 εκατ. οφειλέτες έχουν ασκηθεί αναγκαστικά μέτρα.

Αν συμπεριληφθούν και οι υποχρεώσεις προς τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ΔΕΚΟ, το πιθανολογούμενο συνολικό ύψος υποχρεώσεων του ιδιωτικού τομέα φθάνει τα 235 δισ. ευρώ (141% του ΑΕΠ), με προοπτική να αγγίξει τα 300 δισ. στο τέλος του 2021. Αφορά δε ένα πλήθος νοικοκυριών που αριθμητικά ξεπερνά το 1 εκατομμύριο. Μέλη της ανθηρής μεσαίας τάξης των προηγούμενων δεκαετιών. Είναι τα νοικοκυριά που συχνά μένουν σε διαμερίσματα πολυκατοικιών στις οποίες δεν λειτουργεί η κεντρική θέρμανση, καθώς οι ένοικοί της αδυνατούν να καταβάλουν ακόμα και τα ποσά των κοινοχρήστων, με αποτέλεσμα η συντήρηση της πολυκατοικίας να έχει ξεχαστεί.

Η διαπίστωση ότι τα μέλη της μεσαίας τάξης αδιαφόρησαν για τη διενέργεια παραγωγικών επενδύσεων αλλά επικεντρώθηκαν στη συνεχή αύξηση των προσωπικών περιουσιακών τους στοιχείων (1η και 2η κατοικία, τακτική αλλαγή αυτοκινήτου, διαρκής αναβάθμιση του οικιακού εξοπλισμού, ακριβές διακοπές) είναι γενικευμένη, αν και η ευθύνη αφορά κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις. Διαφωνίες ωστόσο μεγάλες υπάρχουν ως προς το τι έφταιξε: το πολιτικό σύστημα, οι τράπεζες, οι σειρήνες της διαφήμισης ή γενικά το κοινωνικοοικονομικό σύστημα, ο καπιταλισμός δηλαδή! Δύσκολα θα δεχθούμε και τις δικές μας ευθύνες. Το δεδομένο ωστόσο είναι ότι ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας που να μην το διακρίνει η ασυμμετρία ανάμεσα σε συνθήκες παραγωγής και συνθήκες κατανάλωσης πρέπει να δρομολογηθεί, ώστε σε βάθος χρόνου να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις ανόρθωσης του βιοτικού επιπέδου της μεσαίας τάξης, καθώς οι ιλιγγιώδεις οικονομικές υποχρεώσεις των περισσότερων από τα μέλη της θα απαιτήσουν μεγάλο βάθος χρόνου για να περιοριστούν.

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή