Skip to main content

Ευάγγελος Αποστολάκης: Συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, μια διαφορετική ανάγνωση

Ούτε οι ΗΠΑ ούτε οι λοιποί παίκτες ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν το ρίσκο μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης του ιρανικού κράτους

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Τoυ Ευάγγελου Αποστολάκη, βουλευτή Επικρατείας, πρώην υπουργού Εθνικής Άμυνας, ναυάρχου, επιτ. αρχηγού ΓΕΕΘΑ

Η ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας δύσκολης διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, όμως στην πραγματικότητα πίσω από τις συνομιλίες βρίσκονται και οι υπολογισμοί μιας σειράς δυνάμεων που έχουν κάθε λόγο να αποφύγουν μια νέα περίοδο γενικευμένης αστάθειας στη Μέση Ανατολή.

Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ αποκλιμάκωσης έγινε αμέσως αισθητή στις αγορές, με την πτώση των τιμών του πετρελαίου και τη θετική αντίδραση των χρηματιστηρίων του Κόλπου να δείχνουν για άλλη μια φορά το πόσο στενά συνδέεται η περιφερειακή ασφάλεια με την οικονομική σταθερότητα.

Ωστόσο, οι ίδιες οι αγορές στέλνουν και ένα ακόμη μήνυμα: ότι η συμφωνία δημιουργεί μεν προσδοκίες, αλλά δεν λύνει αυτομάτως τα προβλήματα που δημιούργησαν τόσοι μήνες συγκρούσεων και αβεβαιότητας.

ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ αυτό, η Σαουδική Αραβία αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της επόμενης μέρας, καθώς δεν προσεγγίζει πλέον το Ιράν αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης.

Είναι γεγονός ότι η υλοποίηση του Vision 2030, οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων και η προσπάθεια μετασχηματισμού της σαουδαραβικής οικονομίας καθιστούν τη σταθερότητα στρατηγική προτεραιότητα και η ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας γνωρίζει καλά ότι μια νέα περιφερειακή σύγκρουση θα μπορούσε να θέσει εκ νέου σε κίνδυνο όχι μόνο τις ενεργειακές της υποδομές, αλλά και το σύνολο του αναπτυξιακού της σχεδίου.

ΑΝΑΛΟΓΗ είναι η λογική των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η οικονομία τους βασίζεται όλο και περισσότερο στο εμπόριο, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, στις μεταφορές και στην προσέλκυση επενδύσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα χρηματιστήρια των Εμιράτων ήταν από τους βασικούς ωφελημένους της ανακοίνωσης της συμφωνίας, καθώς η ηγεσία τους εξετάζει ακόμη και συμμετοχή κρατών του Κόλπου σε μελλοντικά επενδυτικά σχήματα για την οικονομική επανένταξη του Ιράν, εφόσον βέβαια εφαρμοστεί η επικείμενη συμφωνία.

ΤΟ ΚΑΤΑΡ, από την πλευρά του, επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά τον ιδιαίτερο διπλωματικό του ρόλο και διαδραμάτισε ίσως τον πιο ορατό ρόλο από όλους, καθώς αξιοποίησε τις σχέσεις που διατηρεί τόσο με Ουάσιγκτον όσο και με Τεχεράνη, ενώ έστειλε όπως είδαμε ακόμη και διαπραγματευτική αποστολή στην ιρανική πρωτεύουσα, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διατήρηση της διαδικασίας όταν αυτή κινδύνεψε να εκτροχιαστεί.

ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση της Τουρκίας που, επιδιώκοντας σταθερά ρόλο διαμεσολαβητή και ενώ σίγουρα δεν επιθυμεί μια αποδυνάμωση του Ιράν που θα οδηγούσε σε χάος στα ανατολικά της σύνορα, τάχθηκε υπέρ της συνέχισης των συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Άλλωστε, σύμφωνα με τη γειτονική μας χώρα, μια σταθερή αλλά ελεγχόμενη σχέση με το Ιράν είναι προτιμότερη από μια ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση της περιοχής. Αυτή η στάση της συνδέεται άμεσα με το κουρδικό ζήτημα, μια πτυχή που συχνά περνά απαρατήρητη.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης επανήλθαν σενάρια που ήθελαν τις ΗΠΑ να εξετάζουν την αξιοποίηση των ιρανοκουρδικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνταν στα σύνορα Ιράν – Ιράκ ως πρόσθετο μέσο πίεσης προς την Τεχεράνη και παρά το γεγονός ότι δεν υλοποιήθηκαν ήταν αρκετό για να προκαλέσουν ανησυχία σε αρκετές περιφερειακές πρωτεύουσες.

Η Τουρκία φοβήθηκε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αναζωπυρώσει το κουρδικό σε ολόκληρη την περιοχή, ενώ οι χώρες του Κόλπου εκτίμησαν ότι η αποσταθεροποίηση του Ιράν θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυνε και τελικά ως σενάριο εγκαταλείφθηκε, κάτι που δείχνει ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε οι λοιποί παίκτες ήταν διατεθειμένοι να αναλάβουν το ρίσκο μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης του ιρανικού κράτους.

ΣΗΜΕΙΩΤΕΟΝ ότι σημαντικό ρόλο στην προώθηση της συμφωνίας έπαιξε και η Κίνα, αφού απορροφά το 70% της παραγωγής πετρελαίου του Ιράν και συνεπώς έχει άμεσο συμφέρον να παραμείνουν ανοικτά και ασφαλή τα Στενά του Ορμούζ, καθώς μεγάλο μέρος των ενεργειακών της εισαγωγών περνά από εκεί.

ΑΦΗΝΩ τελευταίο το Ισραήλ, καθώς αποτελεί μαζί με τις ΗΠΑ έναν από τους κεντρικούς παίκτες του πολέμου από την αρχή.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου εξακολουθεί να θεωρεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, τις πυραυλικές δυνατότητες της Τεχεράνης και τα περιφερειακά δίκτυα επιρροής της ως κορυφαία ζητήματα εθνικής ασφάλειας και αυτός είναι και ο λόγος που αντιμετωπίζει επιφυλακτικά μια συμφωνία που οδηγεί σε αποκλιμάκωση χωρίς να επιλύει οριστικά τα συγκεκριμένα ζητήματα.

Ταυτόχρονα ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με σημαντικές πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό, καθώς η συζήτηση για τον πόλεμο στη Γάζα, την ασφάλεια και τις επόμενες πολιτικές εξελίξεις εν όψει των επικείμενων εκλογών παραμένει ανοιχτή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ η συμφωνία ΗΠΑ -Ιράν δεν αποτελεί μόνο αποτέλεσμα αμερικανικών και ιρανικών μεθοδεύσεων αλλά αντανακλά και μια ευρύτερη περιφερειακή πραγματικότητα.

Το Κατάρ συνέβαλε στη διαμεσολάβηση, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υποστήριξαν σταθερά την αποκλιμάκωση, ενώ η Τουρκία ενθάρρυνε τη συνέχιση των συνομιλιών και αντιτάχθηκε σε επιλογές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέα αποσταθεροποίηση.

Παρά τις διαφορές τους με την Τεχεράνη, όλες αυτές οι χώρες κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: μια νέα περιφερειακή σύγκρουση θα ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από μια δύσκολη και ενδεχομένως ατελή συμφωνία.

Μένει να φανεί τους επόμενους μήνες το εάν η επιλογή αυτή θα οδηγήσει σε μια πιο σταθερή Μέση Ανατολή ή αν θα οδηγήσει απλώς σε μια προσωρινή ανάπαυλα…

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.