Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από κοινού με το Ισραήλ, έχουν επιφέρει σοβαρά πλήγματα στις στρατιωτικές υποδομές του Ιράν και, προς το παρόν, η Ουάσιγκτον φαίνεται να διατηρεί το τακτικό πλεονέκτημα. Το Ιράν, ωστόσο, έχει ανταποδώσει με επιθέσεις κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Μέση Ανατολή, επιδεικνύοντας τόσο ικανότητα, όσο και πρόθεση κλιμάκωσης.
Αυτό που αρχικά έμοιαζε με επιχείρηση «αποκεφαλισμού» του καθεστώτος κινδυνεύει πλέον να εξελιχθεί σε πόλεμο φθοράς. Η τακτική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε στρατηγική επιτυχία, ιδίως σε μια περιοχή όπου οι ΗΠΑ έχουν ήδη επενδύσει επί δεκαετίες στρατιωτικούς πόρους, πολιτικό κεφάλαιο και ανθρώπινο κόστος. Καθώς η σύγκρουση κλιμακώνεται, προκύπτουν γενικότερα ερωτήματα σχετικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους, τη διαχείριση της κλιμάκωσης και τη βιωσιμότητα της αμερικανικής στρατηγικής στη Δυτική Ασία.
Το κεντρικό ερώτημα αφορά στο τι σημαίνει αυτός ο πόλεμος για τη σχετική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές σύστημα. Η Κίνα, η Ρωσία και αρκετοί περιφερειακοί δρώντες δεν φαίνεται να επιθυμούσαν αυτή τη σύγκρουση. Ωστόσο, στο επίπεδο της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ ενδέχεται να διακρίνουν σε αυτήν έναν γεωπολιτικό ευκαιριακό χώρο, βλέποντας τις ΗΠΑ να υπερεκτείνονται, τους πόρους τους να εξαντλούνται και τη σχετική τους θέση στο παγκόσμιο σύστημα να αποδυναμώνεται σταδιακά.
Η σχετική θέση των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα
Τη μονοπολική περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωξαν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε παγκόσμια κλίμακα. Εδραίωσαν τον έλεγχο στο Δυτικό Ημισφαίριο, άσκησαν πρωτοφανή επιρροή στην Ευρώπη και οικοδόμησαν συμμαχικές δομές στην Ανατολική Ασία, ενώ η Μέση Ανατολή κατέστη βασικό πεδίο των στρατιωτικών τους επεμβάσεων. Ωστόσο, οι αμερικανικές παρεμβάσεις με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος δεν εξασφάλισαν παγκόσμια ηγεμονία.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αμερικανική εμπλοκή στην περιοχή συνέβαλε στην αποτροπή μιας ευρασιατικής ολοκλήρωσης και διασφάλισε ένα στρατηγικό «πάτημα» στη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, η επίτευξη πραγματικής παγκόσμιας ηγεμονίας προϋποθέτει τη διατήρηση μιας μονοπολικής δομής ισχύος, με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τη μοναδική υπερδύναμη στο διεθνές σύστημα — καθεστώς που οι παρεμβάσεις τους στη Μέση Ανατολή δεν κατόρθωσαν να διασφαλίσουν. Οι ενέργειές τους στη Δυτική Ασία, δεν απέτρεψαν την ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου, και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή αυτή δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν τις συστημικές μεταβολές.
Αναμφίβολα, οι εξωτερικοί παράγοντες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας ενός κράτους — γι’ αυτό και τα κράτη ασκούν εξωτερική πολιτική. Ωστόσο, η γεωπολιτική και οι εξωτερικές δυναμικές δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τις εσωτερικές εξελίξεις. Ο πόλεμος με το Ιράν, για παράδειγμα, εμφανίζεται σε μεγάλο βαθμό αποσυνδεδεμένος από τις εσωτερικές προτεραιότητες όπως η αναζωογόνηση της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης, η ανάπτυξη αυτονομίας σε στρατηγικούς τομείς όπως οι κρίσιμες πρώτες ύλες, η ενίσχυση της πολιτικής νομιμοποίησης του κράτους, η αντιμετώπιση κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων και η προώθηση δυνατοτήτων στην τεχνητή νοημοσύνη και άλλες τεχνολογίες αιχμής της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης. Επιπλέον, δεν αντιμετωπίζει άμεσα διαρθρωτικές προκλήσεις όπως η σταδιακή υποχώρηση του ρόλου του δολαρίου στο παγκόσμιο εμπόριο και χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ως προς τη σχετική τους θέση στην παγκόσμια κατανομή ισχύος, τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία έχουν συμφέρον να αποτρέψουν την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, αλλά ταυτόχρονα ωφελούνται από την παρατεταμένη εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή — μια τάση που έχει ήδη διαμορφωθεί και στη δεύτερη θητεία Τραμπ, ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης του πολέμου και η οποία θα είναι καθοριστική για τις εξελίξεις. Και οι δύο, επιδιώκουν να δουν τις ΗΠΑ να δαπανούν οικονομικούς, στρατιωτικούς και διπλωματικούς πόρους σε μια περιοχή όπου οι ίδιες οι ενέργειές τους διαβρώνουν τη διεθνή τους νομιμοποίηση ενώ ταυτόχρονα υποχωρεί η εσωτερική πολιτική τους αξιοπιστία.
Η σχετική θέση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή
Καθώς το ζήτημα της σχετικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο αφορά ολοένα και περισσότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα αντίστοιχο ερώτημα αναδύεται πλέον και για τον στενότερο περιφερειακό τους σύμμαχο στη Δυτική Ασία, το Ισραήλ. Είτε το Ισραήλ καταφέρει τελικά, είτε όχι, να ανατρέψει ακόμη ένα καθεστώς που στηρίζει ενεργά την παλαιστινιακή αντίσταση, η ευρύτερη συνέπεια πιθανόν να είναι μια βαθιά μεταβολή των περιφερειακών του σχέσεων.
Για τα κράτη του Κόλπου, το μετα-11ης Σεπτεμβρίου στρατηγικό περιβάλλον ενθάρρυνε μια σταδιακή σύγκλιση με το Ισραήλ. Η σύγκλιση αυτή δεν ήταν ιδεολογική αλλά εργαλειακή: στόχευε στη μεγιστοποίηση της περιφερειακής τους επιρροής, στην ενίσχυση της ασφάλειάς τους μέσω στρατηγικής προσέγγισης προς την αμερικανική ισχύ και στη διασφάλιση οικονομικών ωφελημάτων μέσω της ενσωμάτωσής τους σε εταιρικές σχέσεις υπό αμερικανική αιγίδα. Ωστόσο, η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική. Αντί για σιωπηρή σύγκλιση, διαμορφώνεται μια υποδόρια γεωπολιτική ανταγωνιστικότητα με το Ισραήλ.
Από την οπτική των κρατών του Κόλπου, η ασφάλεια τους πλέον δεν ενισχύεται αλλά αντιθέτως είναι περισσότερο ευάλωτη. Η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν έχει εκθέσει τα κράτη του Κόλπου σε άμεσο και απτό κίνδυνο ασφαλείας, καθώς έχουν ήδη καταστεί στόχοι ιρανικών αντιποίνων, ενώ παράλληλα ορισμένες ενέργειες του Ισραήλ — όπως η στοχοποίηση της ηγεσίας της Χαμάς στο Κατάρ — αμφισβήτησαν ευθέως την κυριαρχία και τις προσπάθειες για διπλωματική ισορροπία των χωρών αυτών. Παράλληλα, το διαρθρωτικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί: η Κίνα προσφέρει πλέον εναλλακτικές οικονομικές ευκαιρίες, εταιρικές σχέσεις υψηλής απόδοσης και στρατηγική διαφοροποίηση, χωρίς να απαιτεί πολιτική ευθυγράμμιση με τους ίδιους όρους που συνεπάγεται η αμερικανοκεντρική τάξη.
Ενέργεια και γεωοικονομία
Βραχυπρόθεσμα ο πόλεμος θα προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού υδρογονανθράκων για τις ασιατικές χώρες και την Κίνα. Ωστόσο, όπως έδειξε ο πόλεμος στην Ουκρανία — όταν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας επιτάχυναν τη στροφή της προς τις ασιατικές αγορές — η Κίνα διαθέτει τόσο την ικανότητα όσο και το στρατηγικό κίνητρο να προχωρήσει σε αντίστοιχη προσαρμογή και στην περίπτωση του Ιράν. Το Πεκίνο έχει ήδη διαφοροποιήσει το ενεργειακό του χαρτοφυλάκιο, έχει αυξήσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου σε μειωμένες τιμές και έχει επιδείξει ευελιξία σε μηχανισμούς χρηματοπιστωτικού διακανονισμού εκτός δυτικά ελεγχόμενων συστημάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διαταραχή εφοδιασμού δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε στρατηγική διακινδύνευση για την Κίνα· αντιθέτως, ενδέχεται να δημιουργήσει ευκαιρίες για ενεργειακή διαμεσολάβηση τιμών και μακροπρόθεσμη εδραίωση των προμηθειών. Το μέγεθος της κινεζικής οικονομίας και η αγοραστική ισχύς της επιτρέπουν να αντέχει υψηλότερες τιμές ενέργειας ευκολότερα από πολλές άλλες οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές, ενισχύοντας παράλληλα τη διαπραγματευτική της ισχύ έναντι παραγωγών που αντιμετωπίζουν περιορισμούς, ενθαρρύνοντας εναλλακτικούς μηχανισμούς διακανονισμού πέραν του δολαριοκεντρικού εμπορίου και ασκώντας συγκριτικά μεγαλύτερη πίεση σε άλλους ασιατικούς εισαγωγείς ενέργειας.
Μεσοπρόθεσμα, η παρατεταμένη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα επιβαρύνει μόνο τις υλικές τους δυνατότητες, αλλά ενδέχεται να ενισχύσει την αντίληψη, σε τμήματα του Παγκόσμιου Νότου, ότι η Ουάσιγκτον προσφεύγει επιλεκτικά στη χρήση βίας ενώ επικαλείται ασύμμετρα τη «βασισμένη σε κανόνες» νομιμότητα των πράξεων της. Σε μια μεταβατική πολυπολική φάση, τέτοιες αντιλήψεις έχουν βαρύνουσα σημασία, καθώς η επιρροή εξαρτάται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο από την ικανότητα καταναγκασμού, αλλά και από την πολιτική αξιοπιστία και την ικανότητα συγκρότησης λειτουργικών εταιρικών σχέσεων.
Στη Μέση Ανατολή — όπου, ιδίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία αποτέλεσε τον βασικό μοχλό επιρροής — αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και επιχειρησιακές δυνατότητες έχουν ήδη αποτελέσει στόχο ιρανικών πληγμάτων, τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν ακόμη και μη αναστρέψιμες απώλειες σε κρίσιμες υποδομές. Σε αυτό το «τοξικό» περιβάλλον που διαμορφώνεται, οι περιφερειακοί εταίροι ενδέχεται να επανεκτιμήσουν την ισορροπία μεταξύ προστασίας και έκθεσης που συνεπάγεται η στενή ευθυγράμμιση με την Ουάσιγκτον.
Η παρατήρηση του Κίσινγκερ ότι «μπορεί να είναι επικίνδυνο να είσαι εχθρός της Αμερικής, αλλά το να είσαι φίλος της είναι μοιραίο», δεν αποτελεί απλώς ρητορική υπερβολή αλλά αντανάκλαση του συστημικού διλήμματος που αντιμετωπίζουν μικρότερα κράτη σε περιόδους εντεινόμενου ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων.
Επιπλέον, ο μετασχηματισμός της παγκόσμιας κατανομής ισχύος εξελίσσεται «από μέσα προς τα έξω». Το εσωτερικό οικονομικό και πολιτικό τοπίο των ΗΠΑ είναι πιθανό να αποδειχθεί πιο καθοριστικό για τη μακροπρόθεσμη παγκόσμια θέση τους από ό,τι οι εξωτερικές γεωπολιτικές εξελίξεις καθαυτές.
Ο πόλεμος με το Ιράν ήδη παράγει εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις ενώ οι επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να επηρεάσουν όχι μόνο τον έλεγχο του Κογκρέσου αλλά και τη συνολική βιωσιμότητα της κυβερνητικής ατζέντας Τραμπ. Επιπλέον, η σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ υπόκειται σε επίπεδα δημόσιας κριτικής πρωτοφανή για τα σύγχρονα αμερικανικά πολιτικά δεδομένα. Παράλληλα, ο αμερικανικός τεχνολογικός τομέας — διαχρονικός πυλώνας της στρατηγικής πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ — δέχεται αυξανόμενη πίεση από την επιταχυνόμενη κινεζική καινοτομία και βιομηχανική πολιτική.
Ιστορικά, αυτό που περιγράφεται ως «νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ψυχρό Πόλεμο» οφειλόταν λιγότερο στις δυναμικές του πεδίου μάχης και περισσότερο σε διαρθρωτικές ασυμμετρίες. Η Σοβιετική Ένωση υπέστη βαθιά διάβρωση εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης, ενώ η Δύση διατήρησε σαφές προβάδισμα στην τεχνολογική καινοτομία και την οικονομική δυναμική. Η γεωπολιτική και η στρατιωτική ισχύς είχαν σημασία, αλλά δεν αποτέλεσαν τον καθοριστικό παράγοντα της συστημικής έκβασης.
Σε ένα σύστημα που ορίζεται από σχετικά κέρδη, αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Ακόμη και μια σύγκρουση στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερισχύσουν στο στρατιωτικό πεδίο — ή θα καταγράψουν τακτικές επιτυχίες — ενδέχεται να οδηγήσει σε στρατηγικά αποτελέσματα που ευνοούν τους κύριους ανταγωνιστές τους, ειδικά εάν εντείνεται παράλληλα ο εσωτερικός κατακερματισμός, η δημοσιονομική επιβάρυνση και η τεχνολογική υστέρηση. Οι τακτικές στρατιωτικές νίκες δεν εγγυώνται αυτομάτως στρατηγική υπεροχή.
* Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












