Skip to main content

Από τον ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΛ.Α.Σ.: Η νέα επικοινωνιακή στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα

Nick Paleologos / SOOC

Το μεγαλύτερο επικοινωνιακό του πλεονέκτημα παραμένει η ικανότητά του να εκπέμπει μια σχεδόν έμφυτη επαναστατική χροιά, η οποία όμως δεν τρομάζει αλλά αντίθετα γεννά αισιοδοξία

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Στην πολιτική επικοινωνία υπάρχει μια αρχή που ορίζει ότι τα δομικά στοιχεία της προσωπικότητας ενός πολιτικού δεν κρύβονται, παρά αξιοποιούνται στρατηγικά, σύμφωνα με τη συνολική επικοινωνιακή πολιτική που έχει χαραχθεί.

Κοιτάζοντας την πορεία της ελληνικής Κεντροαριστεράς, αναδεικνύεται ένα διαρκές ερώτημα αναφορικά με το γιατί ο Αλέξης Τσίπρας κατορθώνει διαχρονικά να ξεσηκώνει τα πλήθη, την ίδια στιγμή που -για παράδειγμα- ο Νίκος Ανδρουλάκης προσπαθεί επί ματαίω. Η απάντηση δεν κρύβεται απλώς στις ιδεολογικές διακηρύξεις ή στα κομματικά προγράμματα, αλλά στην ψυχολογία της μάζας και στον τρόπο με τον οποίο οι αυθεντικοί επικοινωνιακοί αυτοματισμοί του εκάστοτε ηγέτη επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν τη νέα του πολιτική στρατηγική. Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, τα στοιχεία αυτά εντοπίζονται στην έμφυτη ικανότητα εκλαΐκευσης, τη ρητορική οξύτητα, την αμεσότητα και μια δυναμική γλώσσα σώματος που διατηρεί την ικανότητα να κινητοποιεί τα ακροατήρια. Αυτά τα γνωρίσματα αποτελούν τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας.

Επιπλέον, η εμφάνισή του στην κεντρική πολιτική σκηνή δεν υπήρξε μια τεχνητή, ξαφνική κίνηση εντυπωσιασμού, που απλώς έκλεψε τις ενδιαφέρον. Αντίθετα, ήταν το αποτέλεσμα μιας σταδιακής και συστηματικής ανέλιξης, η οποία είχε ως αφετηρία τη δυναμική του παρουσία στο μαθητικό κίνημα του 1990- 1991, ωρίμασε πολιτικά μέσα από την υποψηφιότητά του για τον Δήμο Αθηναίων το 2006 και επισφραγίστηκε με την εκλογή του ως ο νεότερος αρχηγός κοινοβουλευτικού κόμματος το 2008. Το συγκεκριμένο προφίλ του νέου και άφθαρτου ηγέτη κεφαλαιοποιήθηκε μοναδικά το 2015, όταν πέτυχε το ιστορικό σερί των τριών διαδοχικών εκλογικών επικρατήσεων. Πρόκειται για ένα γεγονός που μαρτυρά πως έχει «φίλο» τον χρόνο, καθώς ξέρει να επιδεικνύει υπομονή, προκειμένου να οικοδομήσει τις κατάλληλες συνθήκες. Αυτή η αρετή του αποδείχθηκε, άλλωστε ξανά, χρόνια μετά, με την πολιτικά ζυγισμένη παραίτησή του και τη μετέπειτα επιστροφή του.

Η ίδια μεθοδικότητα αντανακλάται και στον τρόπο που προσεγγίζει την κοινωνία. Ένα από τα πιο ισχυρά, αλλά και αμφιλεγόμενα επικοινωνιακά του όπλα, είναι η παροιμιώδης ευκολία με την οποία οικειοποιείται ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, αποκτώντας το μονοπώλιο της έκφρασής τους. Ο Τσίπρας διέθετε ανέκαθεν το χάρισμα να εμφανίζεται ως ο φυσικός προστάτης των «μη προνομιούχων», των οργισμένων νέων, των συνταξιούχων ή της πληττόμενης μεσαίας τάξης, μιλώντας εξ ονόματός τους και μετατρέποντας τις δικές τους διεκδικήσεις σε προσωπικό του αφήγημα.

Αυτή η τακτική της «πολιτικής κηδεμονίας» των μαζών τον ευνοεί να εμφανίζεται όχι ως ένας ακόμη κομματικός αρχηγός, αλλά ως η ίδια η φωνή της κοινωνικής πλειοψηφίας, μετατρέποντας κάθε αντίπαλο επιχείρημα σε επίθεση απέναντι στα λαϊκά συμφέροντα.

Ωστόσο, αν αποδομήσουμε το ύφος του, το μεγαλύτερο επικοινωνιακό του πλεονέκτημα παραμένει η ικανότητά του να εκπέμπει μια σχεδόν έμφυτη επαναστατική χροιά, η οποία όμως δεν τρομάζει αλλά αντίθετα γεννά αισιοδοξία. Την ώρα που άλλοι ηγέτες της Αριστεράς επενδύουν σταθερά σε έναν βαρύ και -πολλές φορές-  μοιρολατρικό λόγο, ο Τσίπρας καταφέρνει να μετατρέπει τη σύγκρουση σε γιορτή προσδοκίας, κάνοντας τον μέσο ψηφοφόρο να νιώθει συμμέτοχος στην αφετηρία μιας νέας εποχής.

Αυτό το συνδυάζει με ένα σπάνιο χάρισμα εκλαΐκευσης, καθώς μεταφράζει τις περίπλοκες έννοιες και τους τεχνοκρατικούς δείκτες σε βιωματικές ιστορίες της καθημερινότητας.

Μάλιστα, στις πρόσφατες εμφανίσεις του, παρατηρείται μια ακόμη στρατηγική αλλαγή στον τρόπο που διαχειρίζεται την κριτική. Πλέον, τα μειονεκτήματα και τις προσωπικές επιθέσεις που δέχεται δεν τα αντιμετωπίζει με αμήχανη άμυνα, αλλά τα αντικρούει με ελαφρά, «ατακοδάρικα» και άκρως λαϊκά επιχειρήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απάντησή του στα σχόλια για το επίπεδο των αγγλικών του, για τα οποία με αφοπλιστική άνεση απάντησε «πήγα σε ένα φροντιστήριο της γειτονιάς όπως όλοι και όχι στο Κολούμπια όπως ο Μητσοτάκης», μετατρέποντας μια αδυναμία του σε σημείο ταύτισης με τον μέσο Έλληνα.

Όταν η κυβερνητική φθορά οδήγησε αρχικά στην απώλεια της εξουσίας το 2019 και στη μετέπειτα εκλογική ήττα, το πλήγμα για τον ίδιο φάνταζε μη αναστρέψιμο. Ωστόσο, λίγα χρόνια μετά και πιο κοντά στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η απόφασή του να παραιτηθεί  δεν ήταν μια πράξη οριστικής συνθηκολόγησης, αλλά ένας προσεκτικά υπολογισμένος ελιγμός. Αυτή η στρατηγική απόσυρση τον προστάτευσε από τη φθορά και τη διάλυση του κόμματός του, επιτρέποντάς του να αφήσει τον χρόνο να κυλήσει υπέρ του, ώστε να επανέλθει τελικά στο προσκήνιο με το ανανεωμένο ύφος ενός έμπειρου πολιτικού άνδρα.

Παράλληλα, η πρόσφατη ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, υπό το ακρωνύμιο ΕΛ.Α.Σ., αποτελεί ένα επιπλέον δείγμα γραφής με τεράστια σημασία. Σε μια περίοδο, όπου ο κόσμος αδυνατεί να θυμηθεί το όνομα του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού ή ποιοι βουλευτές έχουν απομείνει στον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, ο Τσίπρας επέλεξε ένα όνομα που το έμαθαν όλοι μέσα σε λίγα λεπτά .Παρά το γεγονός ότι η επιλογή αυτή αποτελεί ένα δίκοπο μαχαίρι που ξυπνά τα πολωτικά ανακλαστικά και τα τραύματα του Εμφυλίου, η επικοινωνιακή της ισχύς αποδείχθηκε ακαριαία.

Η δυναμική  του εγχειρήματος επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο νέος φορέας κατέγραψε αμέσως διψήφια ποσοστά. Συγκεκριμένα, στην πρόσφατη, πανελλαδική δημοσκόπηση της Alcο, το νέο κόμμα κατοχύρωσε τη δεύτερη θέση στην πρόθεση ψήφου με ποσοστό 14,2% επί των έγκυρων, αφήνοντας τρίτο το ΠΑΣΟΚ με 10,3%. Αντίστοιχα ευρήματα (που αποτυπώνουν αυτή τη σταθερή τροχιά προς τη δεύτερη θέση) κατέγραψαν επίσης οι πρόσφατες μετρήσεις των εταιρειών Opinion Poll και GPO.

Από επικοινωνιακή σκοπιά, τα νούμερα αυτά αποδεικνύουν ότι το ακροατήριο της Κεντροαριστεράς βρισκόταν σε μια κατάσταση «αναμονής σήματος». Η ολοκληρωτική κατάρρευση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ μαρτυρά ότι η παραδοσιακή βάση δεν είχε εξαφανιστεί, αλλά είχε απλώς αποστασιοποιηθεί, περιμένοντας έναν ηγέτη τον οποίο θεωρεί ικανό να εκφράσει τις διεκδικήσεις της. Το γεγονός ότι ένας νεοσύστατος φορέας, λίγων μόλις εβδομάδων, καταλαμβάνει αμέσως τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις συνειδήσεις των πολιτών, αποτελεί την ισχυρότερη δημοσκοπική απόδειξη ότι το προσωπικό εκτόπισμα του Τσίπρα παραμένει ο βασικός καταλύτης για τις ανακατατάξεις στον χώρο της Αριστεράς.

Αυτή η άμεση ανταπόκριση του εκλογικού σώματος γίνεται ακόμη πιο κατανοητή αν ιδωθεί σε αντιδιαστολή με την εικόνα των ανταγωνιστών του. Καθώς οι υπόλοιποι σχηματισμοί της αντιπολίτευσης εμφανίζονται εγκλωβισμένοι στην εσωστρέφεια, αποκομμένοι από την καθημερινότητα και τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών, ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρνει να διατηρεί τα πρωτεία της δημοφιλίας στον χώρο του, διότι η στρατηγική του δεν εξαντλείται στην ψυχρή διαχείριση τεχνοκρατικών θέσεων. Αλλά λειτουργεί ως ένας μηχανισμός παραγωγής συλλογικού συναισθήματος, ικανός να μετατρέπει την κοινωνικό αίσθημα σε πολιτικό ρεύμα.

Σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξης Τσίπρας αποτελεί αναμφίβολα ένα πολιτικό φαινόμενο άξιο στενής παρακολούθησης, καθώς το επικοινωνιακό του εκτόπισμα παραμένει μοναδικό για τα νεότερα, ελληνικά δεδομένα. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί το γεγονός ότι το χάρισμά του να γοητεύει τα πλήθη αποδείχθηκε ιστορικά ανεπαρκές στο πεδίο της διακυβέρνησης. Η πρώτη του θητεία ως πρωθυπουργός σημαδεύτηκε από μια παταγώδη αποτυχία στη διαχείριση της πραγματικής οικονομίας, η οποία έφερε τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας.  Υπό αυτό το πρίσμα, η εγγενής απόσταση ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα μιας προεκλογικής καμπάνιας και στις σύνθετες απαιτήσεις της κυβερνητικής πραγματικότητας αναδεικνύεται στο πλέον κρίσιμο ζητούμενο για τον ίδιο, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία.

Βέβαια, για τους λάτρεις των εκλογικών αναμετρήσεων, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο προσκήνιο συνοδεύεται με ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Χωρίς τη δική του παρουσία, το εκλογικό σώμα θα οδηγούνταν σε μια αναμέτρηση χαμηλών τόνων, όπου η Νέα Δημοκρατία θα κατέβαινε σε ένα ουσιαστικά εύκολο παιχνίδι, χωρίς υπολογίσιμο αντίπαλο. Με την είσοδο της ΕΛ.Α.Σ. στο προσκήνιο, το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει κατακόρυφα, επαναφέροντας την έννοια της πραγματικής εκλογικής μάχης και αποδεικνύοντας ότι, ανεξάρτητα από το κυβερνητικό του παρελθόν, ο Τσίπρας παραμένει ένας απρόβλεπτος καταλύτης του πολιτικού σκηνικού.

*Η Ελένη Κριτσιδήμα είναι σύμβουλος επικοινωνίας. Διευθύνει τους τομείς Δημόσιας Εικόνας και Μέσων Ενημέρωσης στη THAT agency.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.