Οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται στο 2026 με υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια, άνετη ρευστότητα και κερδοφορία που δεν θυμίζει την προηγούμενη δεκαετία. Όμως το ευνοϊκό αυτό σημείο εκκίνησης δεν αρκεί για να παραχθεί ανάπτυξη.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι αν οι τράπεζες μπορούν να δανείσουν αλλά πώς και προς ποιες κατευθύνσεις θα κατευθυνθεί η πίστη ώστε να καλυφθεί το παραγωγικό έλλειμμα της χώρας.
Οι μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος και της EBA αναδεικνύουν τα βασικά εμπόδια. Το κυμαινόμενο επιτόκιο κυριαρχεί σχεδόν σε όλο το δανειακό χαρτοφυλάκιο, καθιστώντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις ευάλωτα στις διεθνείς νομισματικές διακυμάνσεις. Με τη Fed να διατηρεί περιοριστική στάση και την ΕΚΤ να κινείται αργά προς τη χαλάρωση, το κόστος χρήματος αποτελεί συστημικό περιορισμό. Η εικόνα αυτής της ευαισθησίας συμπυκνώνεται στο υψηλό Stage 2, όπου συγκεντρώνονται δάνεια που εξυπηρετούνται αλλά στηρίζονται σε εύθραυστες ροές. Δεν πρόκειται απλά για λογιστική αποτύπωση. Είναι ο χώρος στον οποίο μπορεί να επωαστεί η επόμενη γενιά επισφαλειών αν οι συνθήκες επιδεινωθούν.
Παράλληλα η οικονομία παραμένει υπερβολικά εξαρτημένη από το real estate. Η χρηματοδότηση κατευθύνεται κυρίως εκεί όπου υπάρχουν εξασφαλίσεις και άμεση απόδοση. Φυσιολογικό για τις τράπεζες αλλά ανεπαρκές για μια χώρα που οφείλει να ανασυγκροτήσει την παραγωγική της βάση. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να οικοδομηθεί όταν η πιστωτική επέκταση περιορίζεται σε έναν τομέα με δομική στενότητα προσφοράς και έντονη κυκλικότητα.
Κρίσιμη είναι και η έλλειψη έργων που θεωρούνται τραπεζικά ώριμα. Οι τράπεζες δεν απορρίπτουν τη μεταποίηση, την αγροδιατροφή, τα logistics ή τις πράσινες επενδύσεις. Απλώς δεν υπάρχουν αρκετά σχέδια με σταθερές ροές και κατανομή ρίσκου συμβατή με το εποπτικό πλαίσιο. Η πίστη δεν βρίσκει στόχο επειδή η οικονομία δεν παράγει έργα που να μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς υπερβολικό ρίσκο.
Την ίδια στιγμή ένα αυξανόμενο τμήμα της χρηματοδότησης κινείται εκτός τραπεζικού πυρήνα μέσω private credit, venture capital, family offices και εξειδικευμένων επενδυτικών σχημάτων. Στις ανοδικές φάσεις απορροφούν υψηλές αποδόσεις αλλά στις περιόδους μεταβλητότητας περιορίζουν τη δραστηριότητά τους και το βάρος της σταθεροποίησης επιστρέφει στις τράπεζες, τον μόνο θεσμό με θεσμική υποχρέωση διαχείρισης κινδύνου. Στο ίδιο οικοσύστημα λειτουργούν και οι servicers που διαχειρίζονται χαρτοφυλάκια εξασφαλίσεων μεγάλης κλίμακας χωρίς το αυστηρό εποπτικό πλαίσιο των τραπεζών. Η δραστηριότητά τους επηρεάζει τις αξίες ακινήτων και μπορεί να ενισχύσει τη μεταβλητότητα στις περιόδους πίεσης. Δεν αποτελούν shadow banking αλλά είναι κρίσιμο μέρος ενός παράλληλου συστήματος που επιδρά στον πιστωτικό κύκλο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι συστημικές τράπεζες αναπτύσσουν μια ευρύτερη στρατηγική διαφοροποίησης. Με ισχυρή ρευστότητα και καθαρούς ισολογισμούς, επιδιώκουν να διευρύνουν το επιχειρηματικό τους μίγμα πέρα από την παραδοσιακή πίστη, μέσω επεκτάσεων σε ασφάλιση, διαχείριση περιουσίας, επενδυτικές υπηρεσίες και ψηφιακές πλατφόρμες. Στόχος δεν είναι η συγκυριακή μεγέθυνση αλλά η δημιουργία σταθερότερων, μη επιτοκιακών ροών εσόδων που λειτουργούν ως αντίβαρο στη μεταβλητότητα του πιστωτικού κύκλου. Η διαφοροποίηση αυτή ενισχύει την ανθεκτικότητα των ομίλων, παρότι αυξάνει ταυτόχρονα τη λειτουργική και εποπτική πολυπλοκότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι σαφές ότι η νέα πίστη δεν θα παραχθεί μηχανικά. Η πίστη είναι φιλοκυκλική και αυτό το πληρώσαμε μετά την ανέμελη περίοδο 2001-2008. Ακολουθεί την οικονομία δεν την οδηγεί. Αυτό που λείπει δεν είναι η ρευστότητα αλλά μια αρχιτεκτονική που μετατρέπει την τραπεζική ισχύ σε παραγωγική δυναμική. Μια εθνική στοχοθεσία που καθορίζει ποιοι τομείς πρέπει να χρηματοδοτηθούν με ποιους μηχανισμούς και με ποιο κατανεμημένο ρίσκο.
Εδώ αναδεικνύεται ο ρόλος της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Η HDB μπορεί να αναλάβει στοχευμένη “πρώτη απώλεια” σε χρηματοδοτήσεις και να επιτρέψει στις τράπεζες να κινηθούν με μεγαλύτερη ευελιξία σε τομείς που σήμερα θεωρούνται οριακά ή και καθόλου χρηματοδοτήσιμοι. Ένας ισχυρός μηχανισμός “πρώτης απώλειας” δεν αποτελεί επιδότηση. Είναι εργαλείο πολλαπλασιασμού αναπτυξιακού αποτελέσματος και ο μόνος τρόπος να διευρυνθεί η περίμετρος των έργων που μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα του συστήματος.
Η στεγαστική πίστη πρέπει να μετατραπεί από παθητικό καθρέφτη των τιμών σε εργαλείο παραγωγής νέας αξίας μέσω μαζικών ανακαινίσεων, ενεργειακών αναβαθμίσεων και σταθερών επιτοκίων μεγάλης διάρκειας. Παράλληλα η βιομηχανία, η αγροδιατροφή, τα logistics και οι πράσινες τεχνολογίες μπορούν να αποτελέσουν τους νέους φορείς παραγωγικού κεφαλαίου αν υπάρξει μηχανισμός επιμερισμού κινδύνου που καθιστά αυτά τα έργα τραπεζικά βιώσιμα.
Οι ελληνικές τράπεζες δεν βρίσκονται πλέον σε φάση εξυγίανσης ούτε σε φάση ώθησης από το RRF αλλά σε φάση νέων στρατηγικών επιλογών. Και η χώρα δεν χρειάζεται μια πίστη που απλώς αντανακλά τους κύκλους. Χρειάζεται μια πίστη που διαμορφώνει τον κύκλο και κατευθύνει την ανάπτυξη. Η νέα πίστη δεν θα είναι αυτόματη. Θα είναι προϊόν σχεδιασμού και αυτή τη φορά δεν έχουμε πάνω από 2-3 χρόνια για να τη σχεδιάσουμε σωστά.
*Ο Βαγγέλης Πιλάλης είναι Οικονομολόγος, Τραπεζικό Στέλεχος, πρώην μέλος ΔΣ HDB
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












