Ο Κιρ Στάρμερ εγκαταλείπει την Ντάουνινγκ Στριτ έπειτα από μόλις δύο χρόνια στην πρωθυπουργία, αφήνοντας πίσω του ένα παράδοξο: κατάφερε να οδηγήσει τους Εργατικούς στη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική νίκη τους εδώ και δεκαετίες, χωρίς όμως να πείσει ποτέ τους Βρετανούς για το τι ακριβώς πρέσβευε πολιτικά.
Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση ανάλυσης του Bloomberg, το οποίο περιγράφει την πτώση του ως το αποτέλεσμα μιας πρωθυπουργίας που δεν κατάφερε να αποκτήσει σαφή ταυτότητα σε μια εποχή πολιτικού κατακερματισμού και λαϊκιστικής ανόδου.
Μάλιστα, όπως σημειώνει το πρακτορείο, ακόμη και την ανακοίνωση της παραίτησής του πρόλαβε να την κάνει πρώτος ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μία ημέρα νωρίτερα είχε προβλέψει δημόσια ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός θα αποχωρήσει.
Η νίκη που έκρυβε αδυναμίες
Παρά τον εκλογικό θρίαμβο του Ιουλίου του 2024, η κυριαρχία των Εργατικών αποδείχθηκε λιγότερο ισχυρή από όσο φαινόταν. Το Bloomberg υπενθυμίζει ότι ο Στάρμερ εξασφάλισε τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία από το 1997, αλλά με το χαμηλότερο ποσοστό ψήφων που έχει λάβει μεταπολεμικά πρωθυπουργός ο οποίος κέρδισε αυτοδυναμία.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια κοινοβουλευτική ομάδα γεμάτη βουλευτές που εξελέγησαν με μικρές διαφορές και ανησυχούσαν διαρκώς για την επανεκλογή τους. Όταν οι δημοσκοπήσεις άρχισαν να δείχνουν άνοδο του Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, πολλοί από αυτούς έστρεψαν τα βέλη τους στον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Τα πρώτα λάθη και οι πολιτικές αναδιπλώσεις
Σύμφωνα με την ανάλυση, η φθορά ξεκίνησε πολύ νωρίς. Η περικοπή του επιδόματος θέρμανσης για ορισμένους συνταξιούχους προκάλεσε αντιδράσεις στην αριστερή πτέρυγα των Εργατικών. Οι αυξήσεις φόρων στις επιχειρήσεις δυσαρέστησαν την αγορά. Η αποκάλυψη ότι αποδεχόταν δωρεάν ρούχα από δωρητές έπληξε την εικόνα του σε ένα ευρύτερο κοινό.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση κληρονόμησε μια εξαιρετικά δύσκολη δημοσιονομική κατάσταση, με υψηλό δανεισμό, δημόσιο χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ, έλλειμμα στο 5% και δημόσιες υπηρεσίες σε κρίση.
Η κυβέρνηση επέλεξε να χρηματοδοτήσει την ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλων υπηρεσιών μέσω φορολογικών αυξήσεων και νέου δανεισμού. Ωστόσο, επειδή είχε δεσμευθεί προεκλογικά ότι δεν θα αυξήσει τους φόρους στα νοικοκυριά, το βάρος μεταφέρθηκε κυρίως στις επιχειρήσεις.
Η οικονομία δεν έδωσε πολιτικές ανάσες
Παρά ορισμένες κοινωνικές παρεμβάσεις, όπως η κατάργηση του ορίου στα επιδόματα για οικογένειες με περισσότερα από δύο παιδιά, η κυβέρνηση δεν κατάφερε να πείσει ότι βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο.
Το Bloomberg σημειώνει ότι οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό συνοδεύτηκαν από αύξηση του κόστους εργασίας για τις επιχειρήσεις, γεγονός που οδήγησε σε περικοπές θέσεων εργασίας και ανατιμήσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, σχεδόν 200.000 λιγότεροι άνθρωποι εργάζονται σήμερα σε σχέση με την περίοδο που ανέλαβε την εξουσία ο Στάρμερ, ενώ ο πληθωρισμός επανήλθε στο 3,8%, από περίπου 2% όταν ανέλαβε καθήκοντα.
Η Τράπεζα της Αγγλίας απέδωσε σημαντικό μέρος αυτής της επιδείνωσης στις κυβερνητικές επιλογές, ενώ οι αγορές αντέδρασαν ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού του βρετανικού Δημοσίου.
Ο Φάρατζ κέρδισε τη μάχη της πολιτικής αφήγησης
Κατά το Bloomberg, το μεγαλύτερο πρόβλημα του Στάρμερ δεν ήταν οι αριθμοί αλλά η πολιτική αφήγηση. Παρότι η καθαρή μετανάστευση μειώθηκε αισθητά σε σχέση με τα επίπεδα των Συντηρητικών, οι πολίτες δεν το εισέπραξαν ως επιτυχία.
Ο Νάιτζελ Φάρατζ κατάφερε να μετατρέψει το μεταναστευτικό στο κυρίαρχο πολιτικό ζήτημα της χώρας και να εμφανιστεί ως ο μόνος πολιτικός που μιλά για τις ανησυχίες των ψηφοφόρων.
Παρόμοια ήταν η εικόνα και στο πεδίο της ενέργειας. Η κυβέρνηση προώθησε τις ανανεώσιμες πηγές και επιτάχυνε έργα που φέρνουν πιο κοντά τον στόχο μηδενικών εκπομπών έως το 2050. Ωστόσο, δεν κατάφερε να κερδίσει τη δημόσια συζήτηση, αφήνοντας στον Φάρατζ χώρο να παρουσιάζει τις πολιτικές αυτές ως βάρος για τα νοικοκυριά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ, σχολιάζοντας την παραίτηση Στάρμερ, επέλεξε να επιτεθεί ακριβώς σε αυτά τα δύο μέτωπα: τη μετανάστευση και την ενεργειακή πολιτική.
Το σκάνδαλο που δεν ξεπέρασε ποτέ
Η ανάλυση του Bloomberg αναφέρεται και στην υπόθεση του πρώην πρεσβευτή στις ΗΠΑ Πίτερ Μάντελσον. Η επιλογή του Στάρμερ να τοποθετήσει στην Ουάσιγκτον έναν πολιτικό σύμμαχο αντί ενός διπλωμάτη καριέρας εξελίχθηκε σε σοβαρό πονοκέφαλο όταν αποκαλύφθηκαν περισσότερες επαφές του Μάντελσον με τον Τζέφρι Έπστιν από όσες είχαν γίνει γνωστές αρχικά.
Το σκάνδαλο οδήγησε τελικά στην αποχώρηση του πρεσβευτή και, σύμφωνα με το Bloomberg, δημιούργησε μια πολιτική σκιά από την οποία η κυβέρνηση δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαγεί.
Ένας πρωθυπουργός χωρίς σαφή πολιτική ταυτότητα
Το τελικό συμπέρασμα του Bloomberg είναι ιδιαίτερα σκληρό. Ο Στάρμερ εξελέγη υποσχόμενος σταθερότητα, σοβαρότητα και αποτελεσματική διαχείριση μετά τα ταραχώδη χρόνια του Brexit και των διαδοχικών κρίσεων των Συντηρητικών. Ωστόσο, δεν κατάφερε ποτέ να μετατρέψει αυτές τις γενικές αρχές σε ένα πειστικό πολιτικό όραμα.
Έτσι, αποχωρεί αφήνοντας πίσω του το ίδιο ερώτημα που ακολουθούσε ολόκληρη την πρωθυπουργία του: ποιο ακριβώς ήταν το σχέδιο του Κιρ Στάρμερ για τη Βρετανία;
Και αυτό, σύμφωνα με το Bloomberg, ίσως να εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί η πολιτική του διαδρομή στην Ντάουνινγκ Στριτ αποδείχθηκε τόσο σύντομη.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












