Το βράδυ της 23ης Ιουνίου 2016 οι αγορές ήταν βέβαιες ότι οι Βρετανοί θα ψήφιζαν υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Λίγες ώρες αργότερα, η πραγματικότητα ανέτρεπε τα πάντα. Με ποσοστό 51,9% έναντι 48,1%, το Ηνωμένο Βασίλειο επέλεγε την έξοδο από την ΕΕ, προκαλώντας πολιτικό σεισμό στη χώρα και σε ολόκληρη τη Δύση.
Η στερλίνα κατέρρευσε. Ο Ντέιβιντ Κάμερον παραιτήθηκε. Και η Βρετανία μπήκε σε μια δεκαετία πολιτικής αστάθειας, οικονομικών αναταράξεων και έντονων κοινωνικών διχασμών.
Δέκα χρόνια μετά, η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν το Brexit θα συμβεί. Αφορά το αν πέτυχε αυτά που υποσχέθηκε.
Η οικονομία σε ανώμαλη προσγείωση
Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών του Brexit ήταν ότι η Βρετανία θα απελευθερωνόταν από τους περιορισμούς των Βρυξελλών, θα υπέγραφε νέες εμπορικές συμφωνίες και θα αποκτούσε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Αυτό δεν συνέβη. Οι περισσότερες οικονομικές μελέτες συγκλίνουν ότι το Brexit μείωσε το βρετανικό ΑΕΠ σε σχέση με το επίπεδο που θα είχε διαμορφωθεί αν η χώρα παρέμενε στην ΕΕ.
Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 2% έως και 8%, με τον καθηγητή του Στάνφορντ Νίκολας Μπλουμ να υπολογίζει ότι το κόστος έχει φτάσει το 6% του ΑΕΠ.
Οι νέες εμπορικές συμφωνίες με χώρες όπως η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Ινδία και η Ιαπωνία αποδείχθηκαν πολύ μικρές για να αντισταθμίσουν την απώλεια της απρόσκοπτης πρόσβασης στη μεγαλύτερη ενιαία αγορά του κόσμου.
Και η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ακόμη και σήμερα ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Βρετανίας, απορροφώντας το 41% των εξαγωγών της και καλύπτοντας το 50% των εισαγωγών της.

Η μετανάστευση δεν μειώθηκε – αυξήθηκε
Ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία του Brexit βρίσκεται στο ζήτημα που κυριάρχησε στην εκστρατεία του 2016: τη μετανάστευση. Η καμπάνια υπέρ της εξόδου υποσχόταν ότι η χώρα θα «έπαιρνε πίσω τον έλεγχο των συνόρων της».
Πράγματι, η καθαρή μετανάστευση από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκε δραματικά και από το 2022 έγινε αρνητική, καθώς λιγότεροι Ευρωπαίοι μετακινούνται πλέον στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Όμως το κενό καλύφθηκε από μετανάστες εκτός Ευρώπης. Η καθαρή μετανάστευση έφτασε το ιστορικό ρεκόρ των 950.000 ατόμων το 2023, ενώ από το 2021 και μετά διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στις 550.000 ετησίως, επίπεδα υπερδιπλάσια σε σχέση με τη δεκαετία πριν από το Brexit.
Με άλλα λόγια, η Βρετανία απέκτησε περισσότερο έλεγχο στη μεταναστευτική της πολιτική, αλλά όχι χαμηλότερη μετανάστευση.

Η στερλίνα δεν ανέκαμψε ποτέ
Το πρώτο θύμα του Brexit ήταν το βρετανικό νόμισμα. Η στερλίνα κατέρρευσε αμέσως μετά το δημοψήφισμα και δέκα χρόνια αργότερα εξακολουθεί να κινείται περίπου 10% χαμηλότερα σε σχέση με τα προ-Brexit επίπεδα έναντι τόσο του ευρώ όσο και του δολαρίου.
Αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στο κόστος ζωής. Μια χώρα που εισάγει μεγάλες ποσότητες τροφίμων, ενέργειας και πρώτων υλών είδε τις εισαγωγές να γίνονται ακριβότερες, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Οι επιχειρήσεις πληρώνουν το τίμημα της γραφειοκρατίας
Πριν από το Brexit, ένα φορτηγό μπορούσε να φύγει από το Κεντ με προορισμό το Παρίσι σχεδόν όπως θα πήγαινε στο Μάντσεστερ. Σήμερα απαιτούνται τελωνειακοί έλεγχοι, υγειονομικές πιστοποιήσεις και πλήθος γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Η Bosch αποκάλυψε ότι οι ετήσιες εισαγωγικές συναλλαγές που διαχειρίζεται στη Βρετανία αυξήθηκαν από μόλις 40 πριν από το Brexit σε 10.000 σήμερα.
Πολλές μικρές επιχειρήσεις απλώς σταμάτησαν να εμπορεύονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς το διοικητικό κόστος κρίθηκε δυσανάλογο.
Και όμως, το Σίτι άντεξε
Δεν ήταν όλα αρνητικά. Μία από τις μεγαλύτερες προβλέψεις καταστροφής που δεν επιβεβαιώθηκαν αφορούσε το Σίτι του Λονδίνου.
Πολλοί προέβλεπαν ότι η βρετανική πρωτεύουσα θα έχανε τον ρόλο της ως χρηματοοικονομικoύ κέντρου της Ευρώπης. Δέκα χρόνια μετά, αυτό δεν έχει συμβεί.
Το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει η κορυφαία ευρωπαϊκή χώρα για ξένες επενδύσεις στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ενώ το Λονδίνο εξακολουθεί να λειτουργεί ως η κυρίαρχη χρηματοπιστωτική πύλη μεταξύ Ευρώπης και διεθνών αγορών.
Οι εξαγωγές υπηρεσιών συνεχίζουν να αυξάνονται, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις απώλειες στο εμπόριο αγαθών.
6 πρωθυπουργοί, ένας διαρκής πολιτικός σεισμός
Το μεγαλύτερο ίσως αποτύπωμα του Brexit δεν βρίσκεται στην οικονομία αλλά στην πολιτική. Πριν από το δημοψήφισμα, η Βρετανία θεωρούνταν πρότυπο πολιτικής σταθερότητας.
Από το 2016 μέχρι σήμερα έχουν περάσει από την Ντάουνινγκ Στριτ ο Ντέιβιντ Κάμερον, η Τερέζα Μέι, ο Μπόρις Τζόνσον, η Λιζ Τρας, ο Ρίσι Σούνακ και ο Κιρ Στάρμερ.
Η παραίτηση του τελευταίου ανοίγει τον δρόμο για τον 7ο πρωθυπουργό μέσα σε μία δεκαετία.
Και ίσως αυτό να είναι η πιο χαρακτηριστική κληρονομιά του Brexit: μια χώρα που ψήφισε για να ανακτήσει τον έλεγχο, αλλά βρέθηκε να ζει δέκα χρόνια πολιτικής αβεβαιότητας.

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό
Δέκα χρόνια μετά, ούτε οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές ούτε οι πιο φανατικοί αντίπαλοι του Brexit μπορούν να ισχυριστούν ότι δικαιώθηκαν πλήρως.
Δεν υπήρξε η οικονομική καταστροφή που προέβλεπαν οι πιο απαισιόδοξοι. Δεν ήρθε όμως και η εποχή ευημερίας που υπόσχονταν οι υποστηρικτές της εξόδου.
Η οικονομία αναπτύσσεται πιο αργά. Οι επιχειρήσεις λειτουργούν με περισσότερα εμπόδια. Η μετανάστευση παραμένει υψηλή. Η πολιτική σκηνή είναι πιο κατακερματισμένη από ποτέ.
Και καθώς η Βρετανία ετοιμάζεται να αποκτήσει τον έβδομο πρωθυπουργό της μετά το δημοψήφισμα, το Brexit μοιάζει λιγότερο με ένα γεγονός του παρελθόντος και περισσότερο με μια διαδικασία που εξακολουθεί να καθορίζει το παρόν της χώρας. Σαν βαριά σκιά, που δεν λέει να φύγει.
Με πληροφορίες από CNBC, BBC, CNN, Reuters, Gaurdian
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












