33 χρόνια μετά οι ανησυχίες λόγω της πανδημίας ξυπνούν μνήμες

Τα χαρακτηριστικά του κραχ του 1987 και τα σημερινά δεδομένα στις αγορές
Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020 21:27
UPD:21:27
REUTERS/BRENDAN MCDERMID

Από την έντυπη έκδοση

Της Έφης Τριήρη
etriiri@naftemporiki.gr

Ακριβώς 33 χρόνια πριν, σαν σήμερα, η Wall Street γνώρισε μία από τις χειρότερες συνεδρίες στα χρονικά της, ένα χρηματιστηριακό κραχ που έμεινε γνωστό στην ιστορία ως «Μαύρη Δευτέρα». Η χθεσινή συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου του 2020, παρότι δεν θυμίζει τίποτα από το ταρακούνημα του 1987, είχε το μελανό σημείο της: οι συναλλαγές διεκόπησαν για τρεις ώρες στα χρηματιστήρια του Άμστερνταμ, των Βρυξελλών, της Λισαβόνας και του Παρισιού, λόγω εκτεταμένου τεχνικού προβλήματος στο Euronext.

Το γεγονός αυτό έκανε έναν trader να πει τη χαρακτηριστική φράση «Δυστυχώς, οι Δευτέρες είναι αρκετά άσχημες», εξηγώντας ότι δεν υπήρχε τις πρωινές ώρες καμία απολύτως ένδειξη για το πότε θα αποκαθίστατο το πρόβλημα.

Η επέτειος των 33 χρόνων από το κραχ του 1987 βρίσκει τα διεθνή χρηματιστήρια σε μία κρίσιμη καμπή, καθώς αυξάνονται οι ανησυχίες για επιστροφή της ύφεσης στο τέταρτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, παρά την ανάκαμψη των αγορών από τα χαμηλά του Μαρτίου. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία από το δεύτερο κύμα έξαρσης του νέου κορονοϊού, που έρχεται απειλητικό και καθιστά αναγκαίο ένα νέο γύρο καθολικών lockdown στις περισσότερες χώρες, την ώρα που έντονη αβεβαιότητα προκαλεί και η έκβαση των αμερικανικών προεδρικών εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Παρά το γεγονός ότι ο δείκτης S&P 500 και ο Dow Jones ενισχύονται 7,6% και 0,16% αντίστοιχα έως σήμερα, έχοντας σαφώς χάσει αξιοσημείωτο έδαφος τον τελευταίο καιρό, η Morgan Stanley προειδοποιεί ότι η διόρθωση που άρχισε τον Σεπτέμβριο στα χρηματιστήρια δεν έχει ακόμη τελειώσει και προβλέπει επιπλέον πτώση 10% στη Wall Street.

Πολύ περισσότερο, η πανδημία απειλεί και τις παραδοσιακές αίθουσες συνεδριάσεων των χρηματιστηρίων. Για παράδειγμα, από τη δεκαετία του 1800 η αίθουσα συναλλαγών του χρηματιστηρίου μετάλλων του Λονδίνου έχει μεν αντέξει σε παγκόσμιους πολέμους, καταστροφικές πτωχεύσεις, προβλήματα σε αλγόριθμους, αλλά τώρα με τον κορονοϊό ίσως να μην καταφέρει να επιβιώσει.

Με τα κρούσματα στο Λονδίνο να καταγράφουν αλλεπάλληλα ρεκόρ, το χρηματιστήριο πρότεινε χθες να κρατήσει την αίθουσά του γνωστή ως «the Ring» κλειστή τουλάχιστον έως τις αρχές του 2021.

Τη «Μαύρη Δευτέρα» του 1987, η κατάρρευση των χρηματιστηριακών αγορών δεν έγινε μεμιάς. Υπήρξαν κατά τις προηγούμενες συνεδριάσεις κάποια προειδοποιητικά σημάδια: στις 14 Οκτωβρίου ο Dow έκανε βουτιά 4%, για να διολισθήσει επιπλέον 2,5% την επομένη, ενώ στις 16 Οκτωβρίου, την Παρασκευή πριν από τη «Μαύρη Δευτέρα», το χρηματιστήριο του Λονδίνου κατέρρευσε 5%, συμπίπτοντας με τη μεγάλη Καταιγίδα του 1987, ένα άνευ προηγουμένου καιρικό φαινόμενο που σάρωσε περιοχές της Βρετανίας με μεγάλες καταστροφές. Το πρωί της Δευτέρας, το κραχ άρχισε από το Χονγκ Κονγκ, επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Ασία, για να συνεχίσει στην Ευρώπη όταν άνοιξε το Λονδίνο.

Εν συνεχεία, η Wall Street γνώρισε τη μεγαλύτερη ημερήσια ποσοστιαία πτώση στην ιστορία της: ο Dow βούλιαξε περισσότερο από 22%, ενώ ο S&P 500 20,4%.

Πώς φτάσαμε στη «Μαύρη Δευτέρα»

Πολλοί αναλυτές αποδίδουν το κραχ του 1987 στην ισχυρή άνοδο των αγορών, που θεωρήθηκε υπερβολική και ήταν πλέον έτοιμη για μεγάλη διόρθωση.

Το 1987 σηματοδότησε το πέμπτο έτος ενός ανοδικού κύκλου που δεν είχε δώσει έως τότε καμία σημαντική διόρθωση. Μόνο το 1987, οι τιμές μετοχών είχαν «δει» την αξία τους να ενισχύεται 44%, πριν από το κραχ εκείνης της Δευτέρας, εξέλιξη που είχε πυροδοτήσει ανησυχίες για «φούσκα», καθώς οι αποτιμήσεις είχαν εκτιναχθεί σε επίπεδα που δεν δικαιολογούνταν από τα τότε οικονομικά θεμελιώδη. Θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι από την αμέσως προηγούμενη συνεδρίαση υπήρχαν συσσωρευμένες εντολές πώλησης που προορίζονταν για το άνοιγμα της συνεδρίασης εκείνης της Δευτέρας.

Ο όγκος των εντολών ήταν τόσο μεγάλος, που τα ηλεκτρονικά συστήματα δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν. Αναλυτές επικαλούνται ως μία από τις αιτίες του κραχ και μία επενδυτική τακτική διαχείρισης του κινδύνου και συγκράτησης των απωλειών που ήταν τότε ιδιαίτερα δημοφιλής, με τους επενδυτές να αγοράζουν όταν η αγορά ανεβαίνει και να πωλούν όταν υποχωρεί, χωρίς να παίζουν ρόλο οι λόγοι ανόδου ή πτώσης της αγοράς.

Επίσης, από τα τέλη του 1985 έως τις αρχές του 1986 η οικονομία των ΗΠΑ βρισκόταν στο μεταβατικό στάδιο από μία ραγδαία ανάκαμψη στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε μία βραδεία ανάπτυξη, που οδήγησε σε μία προσωρινή περίοδο «απότομης προσγείωσης», με την οικονομία να επιβραδύνεται και τον πληθωρισμό να υποχωρεί.

Ωστόσο, χαρακτηριστικό της κρίσης του 1987 ήταν η σύντομη διάρκεια της πτώσης: ο Dow ανέκαμψε 288 μονάδες από τις 508 που είχε χάσει εκείνη τη συνεδρίαση κατά τις επόμενες ημέρες, ανοίγοντας τον δρόμο για μία νέα πορεία ανόδου που διήρκεσε ακόμη μία δεκαετία και ώθησε τον Dow πάνω από το κατώφλι των 10.000 μονάδων, πριν από τα τέλη του 1999.

Κάποιοι αναλυτές επικαλούνται επίσης ως λόγους που οδήγησαν στο κραχ την απότομη εξασθένηση του δολαρίου και τα μεγάλα ελλείμματα των προϋπολογισμών, τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και τα τρωτά των ηλεκτρονικών συστημάτων των χρηματιστηρίων που ήταν ανεπαρκή για να διαχειριστούν έναν αυξανόμενο όγκο συναλλαγών.

Η αβεβαιότητα και τα μέτρα στήριξης

Στο σημερινό περιβάλλον των αγορών, εν μέσω πανδημίας που ανεβάζει στο «κόκκινο» την αβεβαιότητα, η εξασθένηση του δολαρίου, οι γεωπολιτικές εντάσεις, αυτή τη φορά στην Ανατολική Μεσόγειο και στην περιοχή του Καυκάσου, η δημιουργία «φούσκας» σε ορισμένες κατηγορίες ενεργητικού και τα υπέρογκα ελλείμματα προϋπολογισμών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι αναμφισβήτητα σημάδια κινδύνου.

Οι λεγόμενες μετοχές τεχνολογίας FANGs έχουν καταγράψει από τις αρχές του έτους έως τα τέλη Σεπτεμβρίου άνοδο κοντά στο 70% και θεωρούνται υπερτιμημένες παρότι έχουν χάσει τον τελευταίο καιρό έδαφος.

Επίσης, το έλλειμμα προϋπολογισμού των ΗΠΑ έφθασε τα 3 τρισ. δολάρια στο δημοσιονομικό έτος του 2020 που έληξε στα τέλη Σεπτεμβρίου, επίπεδο ρεκόρ, ενώ και τα ελλείμματα προϋπολογισμών της Ευρωζώνης πλησιάζουν το 1 τρισ. ευρώ. Η μεγάλη ωστόσο διαφορά με τότε είναι τα άνευ προηγουμένου μέτρα δημοσιονομικής και νομισματικής στήριξης, που όπως φαίνεται θα συνεχίσουν να στηρίζουν οικονομίες και αγορές, ανάλογα πάντα με την εξέλιξη της πανδημίας.

 

Προτεινόμενα για εσάς

Σχολιασμένα