Σου είναι δύσκολο να αντιληφθείς τι ακριβώς συμβαίνει στο “Η δική της κόλαση”, που σηματοδωτεί την επιστροφή του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, περισσότερο γνωστού για το “Drive”. Ας πούμε πως αυτή η νέα ταινία διαδραματίζεται σε ένα φουτουριστικό σύμπαν, που εξ’ αρχής βάζει στην άκρη τον ρεαλισμό – και το μεγαλύτερο ατού της, είναι η όψη της.
Δουλεύοντας ολοφάνερα με χαμηλό budget, ο Ρεφν αποτίει τον δικό του φόρο τιμής στον Μάριο Μπάβα (τα κοστούμια παραπέμπουν στον “Πλανήτη των Βρυκολάκων”, ενώ δανείζεται πολλά και από το “Αίμα και μαύρη δαντέλα”), εφαρμόζοντας στο σήμερα τις κινηματογραφικές τακτικές εκείνης της εποχής. Έτσι, οι άψογα φτιαγμένες μινιατούρες των κτηρίων, τα νέον φώτα, η ασταμάτητη ομίχλη και οι μικρές, ανεπαίσθητες ψηφιακές επεμβάσεις, έρχονται να συνθέσουν ένα σύμπαν που μονάχα στο σινεμά θα μπορούσε να υπάρξει – και με διάθεση νεοτεριστική, που κλείνει το μάτι στον μεταμοντερνισμό του Μπερτράν Μαντικό (“Τα άγρια αγόρια”, “After blue”), αλλά και στον μυστικισμό του Κένεθ Άνγκερ (“Lucifer Rising”). έτσι όπως ο χρόνος μοιάζει να αποτελεί, ας πούμε, μια ρευστή έννοια. Σε αυτό το σύμπαν λοιπόν, προκύπτουν δυο αφηγηματικοί άξονες, που τέμνονται από έναν τρίτο: Στον πρώτο, ένας Αμερικανός στρατιώτης αναζητά απεγνωσμένος τη μικρή του κόρη (πεπεισμένος πως βρίσκεται παγιδευμένη στην Κόλαση), στον δεύτερο, νεαρά ανερχόμενη σταρ καταρρέει (ο πανίσχυρος μπαμπάς της παντρεύεται την πρώην “κολλητή” της) και στον τρίτο που διαπερνά τους δυο προηγούμενους, ένας ψυχοπαθής δολοφόνος πετσοκόβει και καραδοκεί. Και είναι εντυπωσιακό πόσο βάρετα γίνονται όλα αυτά, πόσο αφόρητα βαρετά, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Σε αντίθεση με το σινεμά του Μαντικό, όπου η συναισθηματική φόρτιση είναι συχνά δεδομένη, στο “Η δική της κόλαση” ο φορμαλισμός σκεπάζει τα πάντα – και δεν είναι η πρωτοτυπία της γραφής που θα σε κερδίσει (γιατί, απλούστατα, η ίδια ταινία θα μπορούσε να είναι το ίδιο “avant-garde” και στα 70s). Διαβάζω πως ο σκηνοθέτης έγραψε το σενάριο εμπνευσμένος από πρόσφατες περιπέτειες με την υγεία του, όμως από το τελικό αποτέλεσμα προκύπτει περισσότερο μια ανάγκη (του “δημιουργού”) για “εκτόνωση” παρά ένας οποιοσδήποτε στοχασμός. Βέβαια, εμάς ούτε το “Drive” μας άρεσε. Που θα πει, οι οπαδοί του Ρεφν, θα βρουν, στο τέλος, αυτό που αναζητούσαν.

Μόνο επανεκδόσεις απομένουν γι’ αυτή την εβδομάδα. Ο δικτάτορας Φράνκο ήταν στα τελευταία του το 1976, όταν ο Κάρλος Σάουρα γύριζε το “Θρέψε Κοράκια” το αξεπέραστο – ακόμα και από τον ίδιο – αριστούργημα του, αφηγούμενος τη ζωή ενός οχτάχρονου κοριτσιού που βιώνει, καταφεύγοντας συχνά στη φαντασία, τον χαμό της μητέρας της (η Τζέραλντιν Τσάπλιν σε διπλό ρόλο). Με έναν λυρικό τόνο που ποτέ δεν πλακώνει τον ρεαλισμό των καταστάσεων (ελάχιστες ταινίες εκεί έξω μοιράζονται ένα τόσο ξεχωριστό σύμπαν), καταπιάνεται με συναισθήματα επώδυνα, προβάλλοντας την διεκδίκηση της παιδικής αθωότητας ως ελπίδα και ανάθεμα μαζί. Οι φίλοι του παλιού Χόλιγουντ όμως οφείλουν να τρέξουν στην επανέκδοση του “Μια θέση στον ήλιο” (1951) του Τζορτζ Στίβενς, ένα αριστούργημα για τη φενάκη του Αμερικανικού Ονείρου. Ο Μοντγκόμερι Κλιφτ δίνει μια από τις πιο φημισμένες ερμηνείες στην ιστορία της φιλμικής υποκριτικής, με το μονίμως βασανισμένο βλέμμα του, σε μια ταινία που μοιάζει νουάρ εγκλωβισμένο σε ταξικό μελόδραμα, όπου το μοιραίο είναι αναπόφευκτο. Το δε κοντινό πλάνο στο πρόσωπο της ερωτευμένης Τέιλορ σου κόβει την ανάσα ακόμα και σήμερα. Βγαίνουν και οι “Επτά Ψυχοπαθείς”, δεύτερη ταινία του Μάρτιν Μακντόνα γυρισμένη το 2012, με Κόιν Φάρελ, Κρίστοφερ Γουόκεν, Γούντι Χάρελσον και Τομ Γουέιτς. Όπου σεναριογράφος με παλαιότερη επιτυχία στο βιογραφικό του πιέζεται από τους παραγωγούς για ένα νέο υπερ-βίαιο σουξέ. Του λείπει όμως και η αυτοσυγκέντρωση και η έμπνευση. Το “8 ½” του Μακ Ντόνα; Η ταινία πάντως έχει πλάκα – και είναι από αυτές που, για το καστ και μόνο, τις ξαναβλέπεις.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












