Skip to main content

Μύθος και Αθανασία: Ο Χιου Τζάκμαν ως γερασμένος Ρομπέν των Δασών

Η νέα αυτή ταινία δεν ενδιαφέρεται τόσο να αποχαιρετήσει έναν ήρωα όσο να τον μετατρέψει σε φάντασμα

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Υπάρχει κάτι σχεδόν προκλητικό στον τίτλο του «Ο Θάνατος του Robin Hood», σε σκηνοθεσία Μάικλ Σαρνόσκι. Για όποιον κουβαλά στη μνήμη του «Το Ρόδο και το Βέλος» του Ρίτσαρντ Λέστερ, με τον Σον Κόνερι να ενσαρκώνει έναν γερασμένο Ρομπέν των Δασών, η αφετηρία μοιάζει γνώριμη: ακόμη μία αναμέτρηση του μύθου με τη φθορά. Κι όμως, η νέα ταινία δεν ενδιαφέρεται τόσο να αποχαιρετήσει έναν ήρωα όσο να τον μετατρέψει σε φάντασμα.

Ο Σαρνόσκι, έχοντας ήδη αποδείξει με το «Pig» ότι τον απασχολούν οι απομονωμένοι, απόμακροι ήρωες, ευτύχησε να έχει στο καστ τον Χιου Τζάκμαν, που χαρίζει στο φιλμ το κέντρο βάρους του μέσα από μια δουλεμένη ερμηνεία. Υπάρχει, βέβαια, και η ατμόσφαιρα, που παραπέμπει κάπως στο «The Northman» του Ρόμπερτ Έγκερς: ο κόσμος μοιάζει βγαλμένος από κάποιον παγανιστικό θρύλο, η φύση δεν αποτελεί σκηνικό αλλά θεϊκή δύναμη (που παρακολουθεί αδιάφορα, όπως και ο δικός μας Θεός), ενώ η αφήγηση κινείται στα όρια του folk horror και της μεσαιωνικής παραβολής, με την έντονη splatter βία να μη λειτουργεί ως θέαμα αλλά ως τελετουργία εξιλέωσης. Έτσι, όσο η αφήγηση ξετυλίγεται, τόσο η δράση χαλαρώνει και η ταινία μοιάζει με κέλτικο μοιρολόι. Παράξενο, ιδιόμορφο φιλμ, μάλλον αδικείται από τη διανομή του καλοκαιριάτικα (και δεν φταίνε οι Έλληνες διανομείς γι’ αυτό), αλλά θα ήταν κρίμα να περάσει απαρατήρητο.

Το “Όσα ξέρει η Μαριέλ” του Φρεντερίκ Χάμπαλεκ ξεχώρισε στο τελευταίο Φεστιβάλ Βερολίνου, καιξεκινά από ένα  φανταστικό εύρημα: Υστερα από ένα χαστούκι που της σκάει μια φίλη της στο σχολείο, η δωδεκάχρονη Μαριέλε αποκτά την ικανότητα να βλέπει και να ακούει όλα όσα κάνουν οι γονείς της, ακόμη κι όταν δεν βρίσκεται μαζί τους. Ξαφνικά, τα μικρά και μεγάλα ψέματα της καθημερινότητας, οι απιστίες, οι συμβιβασμοί και οι υποκρισίες δεν μπορούν πια να κρυφτούν. Ευτυχώς, η ταινία δεν μπαίνει στο κόπο να μας “εξηγήσει” πως προέκυψε αυτό το χάρισμα, αντιθέτως το χρησιμοποιεί ως εργαλείο για να ξεγυμνώσει τη σύγχρονη, “πολιτισμένη” οικογένεια έτσι όπως παρακολουθεί με λεπτό χιούμορ, αλλά και αρκετή σκληρότητα, πώς αυτή η αναγκαστική διαφάνεια φέρνει τους γονείς στα όριά τους, μετατρέποντας την καθημερινότητά τους σε ένα διαρκές πεδίο μάχης. Το μεγάλο ατού της ταινίας, πάντως, είναι η νεαρή Λαένι Γκάιζελερ που ερμηνεύει τη Μαριέλε με μια αξιοθαύμαστη φυσικότητα, ισορροπώντας ανάμεσα στην παιδική αθωότητα και στη σχεδόν απόκοσμη παντογνωσία του χαρακτήρα της.

Στο «Τελευταίο Ρίσκο» του Ντέρικ Μπορτέ, έχουμε μια απολαυστική μίξη αστυνομικής περιπέτειας, μαύρης κωμωδίας και νουάρ – και το γράφω έκπληκτος γιατι περίμενα τα χειρότερα. Πρωταγωνιστεί ο Ράσελ Κρόου που εδώ ενσαρκώνει έναν Αλβανό ιδιοκτήτη νυχτερινού κλαμπ,  φιγούρα σκιώδη αλλά ταυτόχρονα απρόσμενα συμπαθή, που βρίσκεται στο στόχαστρο ενός διεφθαρμένου αστυνομικού και ενός διδύμου μικροληστών. Οι τελευταίοι τον έχουν βάλει στο μάτι ως εύκολο θύμα, ληστεύοντάς τον σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση, μέχρι που η κατάσταση αρχίζει να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Δεν αλλάζει τους κανόνες η ταινία, ξέρει όμως ακριβώς τι θέλει να προσφέρει στο κοινό της. Για τους φίλους του είδους δηλαδή, αποτελεί εξαιρετική επιλογή.

Τώρα, η «Πανούκλα» του Τσάρλι Πόλινγκερ (όπου σε μία κατασκήνωση για αγόρια, ένας ευαίσθητος 12χρονος έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρόρητα των άλλων αγοριών) είναι κι αυτή  καλοσκηνοθετημένη – και πολύ υποβλητική. Ωστόσο, από την πρώτη κιόλας σκηνή γίνεται φανερό ότι ο Πόλινγκερ ενδιαφέρεται λιγότερο για την ιστορία του και περισσότερο για τις σημάνσεις της. Κάθε σκηνή, κάθε διάλογος και κάθε δραματουργική επιλογή επιστρέφουν στην ίδια βασική ιδέα: την τοξική αρρενωπότητα. Και το πρόβλημα δεν είναι φυσικά το θέμα – είναι απολύτως θεμιτό και επίκαιρο. Όμως εμάς μας ενδιαφέρει ο κινηματογράφος. Και η ταινία μοιάζει να μην εμπιστεύεται ποτέ την πολυσημία της εικόνας ή την ευφυΐα του θεατή, σαν το δασκαλάκο που φοβάται μήπως δεν έγινε αρκετά κατανοητός.

Τέλος, πριν από τη «Σιωπή των Αμνών», υπήρξε ο «Ανθρωποκυνηγός» του Μάικλ Μαν, ίσως η πιο στιλιζαρισμένη και υπνωτιστική μεταφορά μυθιστορήματος του Τόμας Χάρις. Με τον Γουίλιαμ Πίτερσεν στον ρόλο ενός πράκτορα του FBI που επιστρέφει στην ενεργό δράση για να εντοπίσει έναν κατά συρροή δολοφόνο, ζητώντας τη βοήθεια του έγκλειστου Χάνιμπαλ Λέκτορ, ο Μαν ανασυνθέτει έναν σύγχρονο εφιάλτη, όπου τα νέον, οι σκιές και η μουσική στήνουν έναν κόσμο παραληρηματικής ομορφιάς. Ένα αριστούργημα που προηγήθηκε της εποχής του και εξακολουθεί να επηρεάζει το σύγχρονο κινηματογραφικό θρίλερ – και βάλτε στο τέρμα το «In-A-Gadda-Da-Vida» των Iron Butterfly.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.