Τoυ Ευάγγελου Αποστολάκη, βουλευτή Επικρατείας, πρ. υπουργού Εθνικής Άμυνας, ναυάρχου, επίτ. αρχηγού ΓΕΕΘΑ
ΜΠΟΡΕΙ ένας πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών να κερδίσει έναν πόλεμο και ταυτόχρονα να μη χάσει την πολιτική του ισορροπία στο εσωτερικό;
Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι πραγματικό και αφορά πλέον τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πόλεμος με το Ιράν, πέραν της στρατιωτικής αναμέτρησης, έχει καταστεί μια δοκιμασία τόσο για την αμερικανική αξιοπιστία όσο και για τη συνοχή των συμμαχιών και για τα όρια μιας πολιτικής που θέλει να δείχνει αποφασιστική χωρίς όμως να πληρώνει το πλήρες κόστος της.
Η ΠΡΩΤΗ πίεση που δέχεται ο πρόεδρος Τραμπ έρχεται από το Ισραήλ, καθώς η κυβέρνηση Νετανιάχου επιμένει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να συνεχιστούν μέχρι να πληγούν σε βάθος οι ιρανικές δυνατότητες, όχι μόνο στο πυρηνικό πεδίο αλλά και στο δίκτυο συμμάχων του Ιράν στην περιοχή. Αυτό εξηγεί γιατί η ισραηλινή πλευρά εμφανίζεται να επιδιώκει μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση.
ΌΜΩΣ η Ουάσιγκτον έχει διαφορετικό πολιτικό χρόνο, αφού για τις ΗΠΑ κάθε παράταση της σύγκρουσης αυξάνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης, ιδίως μετά τα πολλαπλά ιρανικά πλήγματα με drones και πυραύλους προς χώρες του Κόλπου, που δείχνουν ότι η σύγκρουση διαχέεται πέρα από το αρχικό μέτωπο.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ πίεση είναι οικονομική. Η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελεί πλέον υπόθεση σεναρίων, καθώς οι εξελίξεις έχουν ήδη οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, με περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενεργειακής ροής να περνά από την περιοχή, γεγονός που επαναφέρει τον φόβο ευρύτερης ενεργειακής αναταραχής. Το κόστος αυτό μεταφέρεται άμεσα στα νοικοκυριά και επανέρχεται στο κέντρο της αμερικανικής πολιτικής.
Συνεπώς ο πόλεμος, σε αυτήν τη συγκυρία, δεν είναι μόνο ζήτημα ασφάλειας αλλά και ζήτημα ακρίβειας, που πλέον είναι ορατή και στην αμερικανική κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ και να αυξήσουν αυτόνομα την παραγωγή δείχνει ότι το μέχρι πρότινος συντονισμένο πλαίσιο της αγοράς ενέργειας αρχίζει να αποδομείται, εξέλιξη άκρως σημαντική.
Όσο ο ΟΠΕΚ διατηρούσε μια ενιαία στάση, μπορούσε να περιορίζει τις διακυμάνσεις στις τιμές, ρυθμίζοντας την παραγωγή, ωστόσο με την αποχώρηση των ΗΑΕ αυτή η δυνατότητα εξασθενεί, γεγονός που σημαίνει ότι οι τιμές δεν θα καθορίζονται πλέον τόσο από συλλογικές αποφάσεις όσο από τον ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών πετρελαίου και τις εξελίξεις στο πεδίο.
Σε μια περίοδο κρίσης όπως αυτή, αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη αστάθεια και λιγότερη προβλεψιμότητα, με άμεσο αντίκτυπο στην οικονομία και στο κόστος ενέργειας.
ΥΠΑΡΧΕΙ και ένα τρίτο στοιχείο, λιγότερο ορατό, αλλά πολιτικά κρίσιμο. Οι συνεχείς παρεμβάσεις και δηλώσεις του προέδρου Τραμπ γύρω από την εξέλιξη της σύγκρουσης επηρεάζουν τις αγορές, επηρεάζουν τα Χρηματιστήρια και δημιουργούν ένα περιβάλλον αστάθειας, με τις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας και τα αυξημένα κέρδη ενεργειακών κολοσσών το τελευταίο διάστημα να δείχνουν ότι ο πόλεμος έχει ήδη μετατραπεί σε παράγοντα ανακατανομής οικονομικών ωφελειών, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η αίσθηση ότι η «κατάλληλη» πληροφορία και οι προσδοκίες επηρεάζουν άμεσα την οικονομική συμπεριφορά.
Η ΤΕΤΑΡΤΗ πίεση αφορά τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είχαν για δεκαετίες στηρίξει την ασφάλειά τους στην αμερικανική ομπρέλα, όμως σήμερα έρχονται αντιμέτωπες με μια πιο σύνθετη εικόνα.
Η συνέχιση των επιθέσεων, ακόμη και σε φάσεις υποτιθέμενης αποκλιμάκωσης, ενισχύει την ανησυχία ότι η κρίση δεν ελέγχεται πλήρως από τις ΗΠΑ, γεγονός που οδηγεί τις χώρες αυτές σε πιο προσεκτική και ισορροπημένη στάση.
ΤΟ ΊΔΙΟ ερώτημα αγγίζει και τη Δύση συνολικά, καθώς η αδυναμία να επιτευχθεί έστω μια μικρή πρόοδος στις τελευταίες διπλωματικές προσπάθειες και η εκατέρωθεν απόρριψη των προτάσεων αποκλιμάκωσης δείχνουν ότι η σύγκρουση εισέρχεται σε μια φάση παρατεταμένης αβεβαιότητας, όπου οι σύμμαχοι καλούνται να διαχειριστούν όχι μόνο την απειλή, αλλά και τη διάρκειά της.
Όλα τα παραπάνω και σε συνδυασμό με τις εντάσεις που συνυπάρχουν εντός της συμμαχίας υπογραμμίζουν ότι η συνοχή δεν είναι πλέον δεδομένη.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Τραμπ, μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο, δεν καλείται να επιλέξει απλώς ανάμεσα στη συνέχιση ή στον τερματισμό του πολέμου, αλλά καλείται κυρίως να ισορροπήσει ανάμεσα σε όλες αυτές τις αντικρουόμενες πιέσεις: να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του Ισραήλ, να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις στο εσωτερικό, να διατηρήσει την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής και να καθησυχάσει τους συμμάχους που φοβούνται την επέκταση της κρίσης.
Μπορεί η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών να μην αμφισβητείται στο πεδίο, δοκιμάζεται όμως πλέον ως προς την ικανότητά τους να ελέγχουν τις συνέπειες των επιλογών τους και όχι μόνο για τους αντιπάλους τους, αλλά και για τους ίδιους τους συμμάχους τους.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












