Τoυ Άγγελου Χρυσόγελου, αναπληρωτή καθηγητή διεθνών σχέσεων στο London Metropolitan University
ΆΛΛΗ μια παγκόσμια κρίση, άλλη μια ευκαιρία για ξεσπάθωμα με σχεδόν πλήρη έλλειψη σοβαρότητας στην ελληνική δημόσια σφαίρα από αυτούς που βλέπουν κάθε ζήτημα εξωτερικής πολιτικής σαν ευκαιρία για ξεκαθάρισμα εσωτερικών πολιτικών λογαριασμών, ελλείψει άλλωστε και ουσιαστικού κομματικού ανταγωνισμού στη χώρα.
Και όταν λέμε τη δημόσια σφαίρα εννοούμε φυσικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – οι εποχές όπου οι μεγάλες διεθνείς κρίσεις γίνονταν αφορμή για μάχες στο πεζοδρόμιο, με τελευταίες αυτές για το Κόσοβο και το Ιράκ πριν από σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
ΑΝ ΔΙΑΒAΣΕΙ κάποιος τους διαπληκτισμούς στα κοινωνικά δίκτυα θα νομίσει ότι η Ελλάδα είναι στο ζήτημα του πολέμου στο Ιράν πλήρως πολωμένη μεταξύ «υποκριτών αριστερών που στηρίζουν τη θεοκρατία των μουλάδων» από τη μια, και «αυταρχικών δεξιών απολογητών του κράτους-εγκληματία Ισραήλ» από την άλλη.
Φυσικά, αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν περιγράφουν υπάρχοντα στρατόπεδα, αλλά είναι πολιτικά εργαλεία με τα οποία συγκεκριμένες ομάδες αναζητούν συσπείρωση κατασκευάζοντας εχθρούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σε μια κρισιμότατη εποχή για την ασφάλεια της χώρας μας, η δημόσια συζήτηση για την πορεία της είναι πλήρως αποκομμένη από τα πραγματικά προβλήματα.

ΤΕΛΕΥΤΑIΟ «θύμα» αυτής της ασόβαρης συζήτησης ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, του οποίου η άρνηση να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ στις επιχειρήσεις ενάντια στο Ιράν επέφερε την οργή του Ντόναλντ Τραμπ.
Αναπόφευκτα ο Σάντσεθ αναγορεύτηκε στην Ελλάδα σε ήρωα για κάποιους και σε παρία για άλλους, χωρίς οι πρώτοι να αναρωτιούνται τι οδήγησε τον Σάντσεθ σε μια τέτοια στάση (πέρα από την όποια ηθική διάσταση) και χωρίς οι δεύτεροι να μπορούν να δεχτούν οποιαδήποτε κριτική προς τους Τραμπ και Νετανιάχου σαν να μην είναι προσωπική τους προσβολή.
Ειδικά το επιχείρημα που έκανε τον γύρο του διαδικτύου ότι η κυβέρνηση της Ισπανίας δεν δικαιούται να ομιλεί γιατί έχει οικονομικές και στρατιωτικές συνεργασίες με την Τουρκία είναι αρκετά ενδιαφέρον, αν σκεφτούμε ότι και οι ΗΠΑ του Τραμπ έχουν ουκ ολίγες τέτοιες.
Αντίστοιχα, από την άλλη μεριά, κάποιοι επέκριναν την αποστολή ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο επειδή αυτή γίνεται «για χάρη του Ισραήλ», ετεροκαθορίζοντας τα εθνικά συμφέροντα σε σχέση με την ιδεολογία τους.
ΌΛΗ ΑΥΤH η βοή υπερκαλύπτει αυτό που θα έπρεπε να είναι μια ειλικρινής συζήτηση πολιτικών και πολιτών για τους κινδύνους που η νέα κατάσταση παρουσιάζει για τη χώρα μας.
Η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων κατανοεί ότι σε μια κρίση σαν αυτή του Ιράν η θέση της Ελλάδας για λόγους ιστορίας, συμφέροντος και συγκεκριμένων συνθηκών δεν μπορεί παρά να είναι στο πλευρό των ΗΠΑ.
Είναι σαφές επίσης ότι η στενή συμμαχία με την υπερδύναμη παρέχει και συγκεκριμένες ευκαιρίες για την προώθηση των εθνικών μας συμφερόντων.
Ταυτόχρονα είναι απολύτως λογικό η ίδια πλειοψηφία να αισθάνεται προβληματισμό και ακόμα και αποστροφή για έναν ουσιαστικά αχρείαστο πόλεμο που, αν μη τι άλλο, θα έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες για όλους μας και, στη χειρότερη περίπτωση, μπορεί να εκθέσει τη χώρα μας σε στρατιωτικούς κινδύνους, όπως βλέπουμε να γίνεται στην Κύπρο.
Όλοι αυτοί είναι απολύτως λογικοί και δικαιολογημένοι προβληματισμοί και δεν γίνεται να χρεώνονται σε «απολογητές του Χαμενεΐ» ή «χρήσιμους ηλίθιους του Ερντογάν».
Σε μια δημοκρατία η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να γίνεται αφορμή και μέθοδος για να αποστειρώνεται ο δημόσιος διάλογος – αρκετά έχει φροντίσει γι’ αυτό στη χώρα μας η θλιβερή κατάσταση του κομματικού συστήματος.
Ο ΔΙAΛΟΓΟΣ για την εξωτερική πολιτική, φυσικά, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητο μέσο για να εκτιμήσει μια χώρα την πορεία της μέσα σε μια τρομερά δύσκολη συγκυρία.
Η στενή συμμαχία με τις ΗΠΑ, απαραίτητη όσο και αναπόφευκτη, δεν μπορεί να σημαίνει άνευ όρων υποστήριξη κάθε επιλογής της υπερδύναμης.
Μια τέτοια ετεροβαρής σχέση παρέχει προφανή οφέλη, εμπεριέχει όμως και εξίσου προφανείς κινδύνους όταν το δυνατότερο μέρος εμπλέκεται σε περιπέτειες με πολύ λίγη σκέψη για τις συνέπειες στους συμμάχους του.
Ακόμα κι αν η Ελλάδα μπορεί να κάνει λίγα πράγματα για να επηρεάσει τις επιλογές της Ουάσιγκτον, οφείλουμε με ειλικρίνεια τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας να συζητήσουμε για τα κόστη και τις θυσίες που μπορεί να εμπεριέχει μια κατά τα άλλα απαραίτητη σχέση, ακριβώς για να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι.
Αν μη τι άλλο, αν και όποτε έρθει η ώρα δύσκολων επιλογών, αυτή η ειλικρίνεια θα εξασφαλίσει την απαραίτητη ενότητα.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












