Είναι πάνω από μία δεκαετία που σύσσωμος ο φαρμακευτικός κλάδος διαμαρτύρεται για την ελλιπή χρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης. Σήμερα, η κρατική συνεισφορά δεν ξεπερνά το 36%, σύμφωνα με την τελευταία μελέτη του ΙΟΒΕ. Με απλά λόγια, σχεδόν τα 2 στα 3 φάρμακα αποζημιώνονται χωρίς ουσιαστική επιβάρυνση για τον ασφαλιστικό φορέα, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι ασθενείς καταβάλλουν τη θεσμοθετημένη συμμετοχή τους στον ΕΟΠΥΥ. Ενδεικτικά, το συνολικό ποσό συμμετοχής των ασθενών για το 2024 αναμένεται να ξεπεράσει τα 800 εκατομμύρια ευρώ, σε μια εκτίμηση συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης περί τα 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ για την ίδια χρονιά.
Η άποψη ότι ο έλεγχος της φαρμακευτικής δαπάνης αποτέλεσε μνημονιακό προαπαιτούμενο, θέση που υποστηρίχθηκε με θέρμη διαχρονικά από όλους τους υπουργούς Υγείας, λειτούργησε ως βασικός οδηγός των σχετικών πολιτικών αποφάσεων. Και ενώ κράτος και εταιρείες «συνυπέγραψαν», με τη μονομερή επιβολή από την πολιτεία και την υποχρεωτική αποδοχή από τη φαρμακοβιομηχανία, τα «προσωρινά» μέτρα υποχρεωτικών επιστροφών επί του κύκλου εργασιών των φαρμάκων (clawback) το 2012, δεκατρία χρόνια μετά, η προσωρινότητα αυτή έχει καταστεί μόνιμο καθεστώς, με την ανάγκη για πρόσθετες παρεμβάσεις να προβάλλει διαρκώς ως λύση.

Αναμφίβολα, στα μεταμνημονιακά χρόνια, οι μεταρρυθμίσεις στο σύστημα Υγείας, οι πρωτοβουλίες στήριξης της καινοτομίας, το θεσμικό πλαίσιο για την ενίσχυση της εγχώριας έρευνας και παραγωγής, αλλά και η προώθηση των κλινικών μελετών κινήθηκαν προς τη σωστή κατεύθυνση: την εξασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών στις θεραπείες τους. Ωστόσο, έχοντας ήδη παρατηρήσει ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της φαρμακευτικής δαπάνης από το 2019 ανέρχεται σε 11%, καθίσταται σαφές ότι ο εξορθολογισμός της δαπάνης και η απρόσκοπτη πρόσβαση σε νέες θεραπείες δεν συνιστούν μια απλή άσκηση αριθμών.
Και αυτό γιατί πίσω από τα νούμερα της δαπάνης, δηλαδή του κόστους αγοράς φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, δεν βρίσκονται άψυχοι δείκτες, αλλά ασθενείς, συνάνθρωποί μας. Δεν πρόκειται για έναν ανώνυμο πληθυσμό που «παράγει κόστος» για το εθνικό σύστημα Υγείας, αλλά για ανθρώπους που χρήζουν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν λειτουργικοί, ενεργοί και δημιουργικοί στην κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός οικογενειάρχη μεσήλικα, του οποίου η όραση είχε περιοριστεί σε «νομική τύφλωση», λόγω κληρονομικής οπτικής νευροπάθειας, και ο οποίος, έπειτα από δύο χρόνια φαρμακευτικής αγωγής, επανέκτησε οπτική οξύτητα 9/10.
Καθώς ο ρυθμός της δημόσιας χρηματοδότησης αποκλίνει ολοένα και περισσότερο από τις πραγματικές ανάγκες, εύλογα τίθεται το ερώτημα: πώς θα αντιμετωπίσουμε τη δημογραφική γήρανση, την αύξηση του επιπολασμού των χρόνιων νοσημάτων και των σπάνιων ασθενειών, τις οποίες πλέον μπορούμε να διαγνώσουμε αλλά και να θεραπεύσουμε; Και, τελικά, πώς θα προχωρήσουμε ως σύστημα υγείας;
Οι προκλήσεις αντιμετωπίζονται με όραμα και ρεαλισμό. Η φαρμακευτική καινοτομία υπόσχεται και ήδη αποδεικνύει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά παθήσεις που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν ανίατες. Νέες ενζυμικές, κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες έχουν πλέον ενταχθεί στην κλινική πράξη, προσφέροντας σε ορισμένες περιπτώσεις μια εφάπαξ θεραπευτική παρέμβαση, που αλλάζει κυριολεκτικά τη ζωή του πάσχοντος.
Γι’ αυτό και η φαρμακευτική δαπάνη δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης ή πολιτικής σκοπιμότητας, αλλά σημείο αναφοράς μιας σύγχρονης και κοινωνικά υπεύθυνης πολιτικής Υγείας. Η αύξησή της, σε συνδυασμό με στοχευμένα μέτρα ελέγχου της συνταγογράφησης, δεν είναι επιλογή, αλλά μονόδρομος. Το πραγματικό διακύβευμα δεν αφορά απλώς τα ποσοστά αύξησης της δημόσιας δαπάνης, αλλά την ουσιαστική αποδοχή της καινοτομίας ως εργαλείου αντιμετώπισης της νόσου.
Γιατί οι πάσχοντες και οι ασθενείς δεν είναι άτομα που δημιουργούν κόστος. Είναι πρόσωπα με θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στη σύγχρονη, καινοτόμα και αποτελεσματική ιατροφαρμακευτική φροντίδα.
* Σταύρος Γ. Θεοδωράκης, Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος, Chiesi Hellas
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












