Του Ευάγγελου Μ. Σφακιανάκη, επισκ. καθηγητή Χρηματοοικονομικών του ΕΚΠΑ και προέδρου της SFK Financial Group
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ τρία χρόνια, η αξία του αμερικανικού χρηματιστηρίου έχει σχεδόν διπλασιαστεί. Ο δείκτης S&P 500 καταγράφει συνολική απόδοση της τάξης του 100%, μια επίδοση που στο παρελθόν απαιτούσε δύο δεκαετίες για να επιτευχθεί – όπως μεταξύ 1965 και 1985 ή από το 1997 έως το 2014. Πρόκειται για μία από τις πιο θεαματικές ανόδους στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
ΚΙ ΌΜΩΣ, πίσω από αυτή την εντυπωσιακή εικόνα, η πραγματική οικονομία δείχνει ολοένα και πιο εύθραυστη. Το 64% των Αμερικανών
δηλώνει ότι ζει από μισθό σε μισθό, η ανεργία αυξάνεται τα τελευταία δύο χρόνια και ο ρυθμός ανάπτυξης του 2025 έχει επιβραδυνθεί
αισθητά. Κάτι μοιάζει να μη συνδέεται σωστά μεταξύ των αγορών και της καθημερινότητας.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ βρίσκεται στη νομισματική πολιτική και στην υπερβολική εξάρτηση της οικονομίας από τα επιτόκια. Από τον Μάρτιο του 2022, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αύξησε το βασικό επιτόκιο από το 0% στο 5%, επιχειρώντας να συγκρατήσει τον πληθωρισμό που είχε εκτοξευθεί μετά την πανδημία.
Η απότομη αυτή μεταβολή είχε άμεσο αντίκτυπο: η αγορά κατοικίας «πάγωσε», καθώς τα στεγαστικά δάνεια έγιναν απλησίαστα για τη μεσαία τάξη, και οι μικρές επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με ακριβότερη χρηματοδότηση.
Η οικοδομική δραστηριότητα, που αποτελεί παραδοσιακό βαρόμετρο για την υγεία της οικονομίας, έφτασε στο υψηλότερο σημείο της την άνοιξη του 2022 και έκτοτε κινείται πτωτικά.
ΤΑ ΥΨΗΛΑ επιτόκια επιβράδυναν την απασχόληση και έπληξαν την ψυχολογία των νοικοκυριών. Αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο, η Fed σταμάτησε την πολιτική σύσφιγξης και, ήδη από το 2024, ξεκίνησε να μειώνει εκ νέου τα επιτόκια, προκειμένου να τονώσει την ανάπτυξη.
Ωστόσο, αυτή τη φορά ο κλασικός κύκλος της οικονομίας δεν φαίνεται να λειτουργεί. Παρά τη νομισματική χαλάρωση, η ανάπτυξη παραμένει υποτονική, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και η αγορά κατοικίας δεν έχει ανακάμψει.
Το ερώτημα είναι αν η ρευστότητα μπορεί πράγματι να αναζωογονήσει την οικονομία ή αν οδηγούμαστε σε έναν νέο κύκλο στρεβλώσεων.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τάσεις είναι παρόμοιες. Η Ιαπωνία προετοιμάζει δημοσιονομικό πακέτο ύψους 110 δισ. δολαρίων, η Κίνα έχει εγκρίνει πρόγραμμα επενδύσεων 1,4 τρισ. δολαρίων, ενώ ο Καναδάς επανεκκινεί το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Παράλληλα, περισσότερες από 320 μειώσεις επιτοκίων έχουν καταγραφεί διεθνώς μέσα σε δύο χρόνια, ανεβάζοντας τη συνολική προσφορά χρήματος (Μ2) σε ιστορικό υψηλό, άνω των 137 τρισ. δολαρίων.
Η νομισματική χαλάρωση έχει γίνει παγκόσμιο φαινόμενο, με στόχο να αποτραπεί μια νέα ύφεση.
Ωστόσο, όσο περισσότερη ρευστότητα διοχετεύεται στο σύστημα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ενός νέου πληθωριστικού κύματος.
ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΥ, το χρηματιστήριο ευημερεί. Οι μειώσεις επιτοκίων ωθούν τους επενδυτές να εγκαταλείπουν τα προϊόντα σταθερού εισοδήματος και να αναζητούν υψηλότερες αποδόσεις στις αγορές μετοχών.
Περίπου 7,5 τρισεκατομμύρια δολάρια βρίσκονται σήμερα σε επενδυτικά ταμεία βραχυπρόθεσμης ρευστότητας στις ΗΠΑ.
Καθώς τα επιτόκια μειώνονται, αυτά τα κεφάλαια μετακινούνται προς τις μετοχές – κυρίως στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες που συγκεντρώνουν ρευστότητα-ρεκόρ και επενδύουν επιθετικά σε καινοτομία. Έτσι, η κεφαλαιαγορά διογκώνεται, ενώ η πραγματική οικονομία παραμένει στάσιμη.
Η ΕΙΚΟΝΑ θυμίζει όλο και περισσότερο τις κλασικές περιόδους «παράλληλων οικονομιών»: από τη μια πλευρά, τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις που πιέζονται από το κόστος και, από την άλλη, οι μεγάλες εταιρείες και οι αγορές κεφαλαίων που ευνοούνται από τη ρευστότητα. Η αναντιστοιχία αυτή αυξάνει την πιθανότητα απότομης διόρθωσης.
Η FED βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Διατηρώντας τη χαλαρή πολιτική, ενισχύει τα επίπεδα «φούσκας» των μετοχών και κινδυνεύει παράλληλα να τροφοδοτήσει ένα νέο πληθωριστικό κύμα.
Αν επιστρέψει στη σύσφιγξη, θα επιβαρύνει περαιτέρω την απασχόληση και την κατανάλωση, «φλερτάροντας» έντονα με ύφεση.
Οι ελιγμοί πολιτικής γίνονται όλο και πιο περιορισμένοι, καθώς η εμπιστοσύνη στην ικανότητα των κεντρικών τραπεζών να ελέγχουν τον κύκλο εξασθενεί.
ΠΡΟΣ το παρόν, η άνοδος των μετοχών συνεχίζεται, τροφοδοτούμενη από ρευστότητα και προσδοκίες.
Ωστόσο, κάθε φορά που η απόδοση των χρηματιστηριακών δεικτών αποσυνδέεται από τα θεμελιώδη της οικονομίας, η ιστορία μάς υπενθυμίζει πως η διόρθωση είναι αναπόφευκτη.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει, αλλά πότε – και ποιο θα είναι το τίμημά της για την πραγματική οικονομία.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












