Ο Covid-19 είναι μία ευκαιρία για την Ευρώπη

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2020 12:15
REUTERS/SIMON DAWSON
A- A A+

Από την έντυπη έκδοση

Της Λουκρέτσια Ράιχλιν*

Για χρόνια εντείνονται οι φόβοι ότι ένας «μαύρος κύκνος» θα δοκιμάσει τις δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη διαχείριση κρίσεων. Με το ξέσπασμα του κορονοϊού Covid-19, αυτοί οι φόβοι έχουν έρθει στην επιφάνεια -και δεν είναι καθόλου σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να ανταποκριθεί. Η πανδημία Covid-19 δεν αποτελεί απλώς ένα stress test.

Αρχικά είναι πιθανό να επηρεάσει ολόκληρο τον κόσμο, οδηγώντας σε μία συγχρονισμένη επιβράδυνση της ανάπτυξης ή ακόμα και σε ύφεση. Οι συγχρονισμένες υφέσεις είναι σχεδόν πάντα βαθύτερες και πιο μακροχρόνιες από τις οικονομικές επιπτώσεις που επηρεάζουν μεμονωμένες οικονομίες και πλήττουν ιδιαίτερα ανοικτές οικονομίες όπως η Ε.Ε.

Συνθέτοντας το πρόβλημα, επειδή κάθε χώρα-μέλος της Ε.Ε. αντιμετωπίζει ένα σοβαρό σοκ, θα είναι πιο δύσκολο να βοηθήσει η μία την άλλη από ό,τι κατά την κρίση της Ευρωζώνης που ξεκίνησε το 2010. Είναι βέβαιο ότι η Ιταλία έχει υποφέρει περισσότερο. Όμως τα προηγούμενα πρότυπα μετάδοσης σε άλλες χώρες υποδηλώνουν ότι ο Covid-19 θα συνεχίσει να εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, θέτοντας κάθε χώρα σε αυξανόμενη πίεση.

Φυσικά, είναι αδύνατο να πούμε με ακρίβεια πώς θα εξελιχθεί η πανδημία. Ωστόσο, αυτή η αβεβαιότητα θα επιδεινώσει μόνο την οικονομική επιβάρυνση, διότι θα υπονομεύσει τις επενδύσεις και την κατανάλωση των νοικοκυριών.

Βαρύ πλήγμα στο εμπόριο

Ήδη ο ιός έχει διαταράξει τις αλυσίδες εφοδιασμού και επιβραδύνει το παγκόσμιο εμπόριο, με προβλέψιμα αρνητικές επιπτώσεις στα εταιρικά έσοδα και στην απασχόληση. Οι κλάδοι του τουρισμού και των μεταφορών έχουν πληγεί ιδιαίτερα, εξαιτίας όχι μόνο των ταξιδιωτικών περιορισμών που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις, αλλά και της εθελοντικής «κοινωνικής αποστασιοποίησης» και της μείωσης των μετακινήσεων. Ως αποτέλεσμα, η συνολική ζήτηση έχει ήδη μειωθεί, αντανακλώντας στην πτώση των τιμών του πετρελαίου -που συνήθως αποτελεί προάγγελο της παγκόσμιας ύφεσης.

Βεβαίως, οι συνέπειες ενός αρνητικού σοκ όπως του Covid-19, οπωσδήποτε οδυνηρές, θα μπορούσαν να είναι βραχύβιες. Εντούτοις, ενώ η Κίνα δείχνει να έθεσε υπό έλεγχο τις νέες μολύνσεις, ο αριθμός των κρουσμάτων συνεχίζει να αυξάνεται σε άλλες χώρες. Αν δεν αλλάξει αυτό σύντομα, οι οικονομικές επιπτώσεις είναι αδύνατο να είναι προσωρινές.

Ένα πιο πιθανό σενάριο είναι ότι το σοκ του Covid-19 θα ελέγξει την ανθεκτικότητα των συστημάτων δημόσιας υγείας, των εργασιακών σχέσεων και των επίσημων και ανεπίσημων μηχανισμών αλληλεγγύης σε ολόκληρη την Ε.Ε. Και αν η πανδημία δεν αντιμετωπισθεί με μία επιθετική και έγκαιρη πολιτική απάντηση, τα αποτελέσματά της είναι πιθανό να είναι μακροχρόνια, ειδικά εάν οι μηχανισμοί ενίσχυσης ενεργοποιηθούν.

Αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούν συνήθως μέσω του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Τα καλά νέα είναι ότι χάρη στη βελτιωμένη ρύθμιση, οι τράπεζες είναι κεφαλαιοποιημένες καλύτερα από ό,τι το 2008, όταν ξέσπασε η τελευταία παγκόσμια οικονομική κρίση. Ωστόσο, ορισμένες χώρες εξακολουθούν να έχουν σοβαρές αδυναμίες και η ανθεκτικότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (μμε) παραμένει αμφίβολη. Στον τομέα της μεταποίησης, οι μμε ήδη υποφέρουν. Σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης, η ζημιά τους θα καταλήξει στους ισολογισμούς των τραπεζών.

Στην Ε.Ε., η ικανότητα αποτελεσματικής αντίδρασης και αντοχής στην αναπόφευκτη ζημιά (συμπεριλαμβανομένης της συνολικής μείωσης της ζήτησης) ποικίλλει μεταξύ των κρατών-μελών. Ωστόσο, ακόμη και σε σχετικά καλά εξοπλισμένες χώρες, μονομερή, ad hoc μέτρα έχουν περιορισμένες μόνο δυνατότητες. Η συντονισμένη δράση -ειδικά στο δημοσιονομικό μέτωπο- θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματική.

Αυτό δεν σημαίνει απλά να επιτραπεί στα κράτη-μέλη να παρουσιάσουν μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα. Αν και κάτι τέτοιο θα βοηθούσε -μεταξύ άλλων βελτιώνοντας τη σχέση μεταξύ της Ε.Ε. και των πολιτών της- θα επηρέαζε το ποσοστό του κινδύνου σε ορισμένες χώρες (όπως δείχνει η περίπτωση της Ιταλίας). Μάθαμε πριν από μία δεκαετία ότι αυτό θα μπορούσε να απειλήσει την ίδια την επιβίωση της Ευρωζώνης και να επιδεινώσει την κρίση οδηγώντας σε χρηματοπιστωτική κατάτμηση. Η νομισματική πολιτική μπορεί να βοηθήσει με διάφορους τρόπους -συγκεκριμένα με την παροχή ρευστότητας όπου χρειάζεται. Για παράδειγμα, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής θα μπορούσαν να εφαρμόσουν στοχοθετημένες δράσεις υπό τον όρο ότι οι τράπεζες θα δανείζουν τις μμε. Σε γενικές γραμμές, οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να χρησιμοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για να αντισταθμίσουν την πτωτική πίεση στον πληθωρισμό από την υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου.

Εν προκειμένω αυτό που πραγματικά χρειάζεται η Ε.Ε. είναι συντονισμένα δημοσιονομικά κίνητρα που θα εκμεταλλεύονται τη δύναμη της συγχρηματοδότησης. Ωστόσο, προς το παρόν, δεν διαθέτει κανένα μέσο για να υποστηρίξει τις χώρες-μέλη εν μέσω μεγάλων κοινών κρίσεων. Σε ένα ακραίο σενάριο ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί, όμως η χρήση του ως εργαλείου διαχείρισης της ζήτησης θα ήταν ακατάλληλη. Επίσης το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ε.Ε. είναι πολύ μικρό για την περίσταση.

Μηχανισμός κρίσεων

Η πανδημία του Covid-19 αντιπροσωπεύει επομένως μία ευκαιρία για την Ε.Ε. να δημιουργήσει ένα ισχυρό μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων, ο οποίος θα συγκεντρώνει τους πόρους των κρατών-μελών και θα τους κατευθύνει προς μία συντονισμένη δημοσιονομική πολιτική. Η ιδέα ενός τέτοιου «ασφαλιστικού ταμείου» δεν είναι καινούργια: αρκετοί οικονομολόγοι υποστήριξαν την ιδέα μετά την τελευταία κρίση, όταν η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης ήταν σε πλήρη εξέλιξη.

Η Ε.Ε. τείνει να σημειώσει τη μεγαλύτερη πρόοδο στις δύσκολες στιγμές. Και όπως αποδεικνύουν τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βρίσκονται σήμερα σε καραντίνα στην Ιταλία, η έκρηξη του Covid-19 είναι μία πολύ άσχημη στιγμή. Τώρα είναι η στιγμή για την Ε.Ε. να αναλάβει ταχεία συντονισμένη δράση και να αξιοποιήσει τη δυναμική για την οικοδόμηση των θεσμών που χρειάζονται ώστε την επόμενη φορά μία ακόμα πιο αποτελεσματική δράση να είναι πιο εύκολη.

Το σημερινό γεωπολιτικό πλαίσιο πρέπει να ενισχύσει το κίνητρο της Ευρώπης να ισχυροποιήσει την ικανότητα διαχείρισης των κρίσεων. Το 2008 κυριαρχούσε η διεθνής συνεργασία και οι ΗΠΑ ήταν ένας αξιόπιστος εταίρος της Ευρώπης. Όταν οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάσθηκαν απεγνωσμένα αμερικανικά δολάρια, οι γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας δημιουργήθηκαν ταχέως.

Σήμερα, αντιθέτως, η πολιτική απομόνωσης βρίσκεται σε άνοδο, με τις ΗΠΑ να ηγούνται. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν συμβουλεύθηκε κανέναν πριν εφαρμόσει τις πρόσφατες έκτακτης ανάγκης μειώσεις των επιτοκίων. Είναι θλιβερό να σκεφτεί κανείς τι θα συνέβαινε αν οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάζονταν επειγόντως χρηματοδότηση σε δολάρια σε αυτό το πλαίσιο.

Ο Covid-19 θα πρέπει να αποτελέσει μία ισχυρή προειδοποίηση προς τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο. Ο συνδυασμός της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της βαθιάς οικονομικής διασύνδεσης έχει κάνει τον κόσμο πιο ευάλωτο από ποτέ σε ξαφνικές, μεγάλες κρίσεις. Η Ε.Ε. οφείλει να εξασφαλίσει στους πολίτες της ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές.

Πρώην διευθύντρια έρευνας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθηγήτρια Οικονομικών στο London Business School.

Copyright: Project Syndicate, 2020

www.project-syndicate.org

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή