Έκπληξη προκάλεσε στην Ευρώπη η εκλογική άνοδος του KPÖ Plus στην πόλη του Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, πριν από τρία χρόνια (Μάιος 2023).
Το κόμμα κατέγραψε ποσοστό 11,66%, έναντι μόλις 0,4% στις προηγούμενες εκλογές, προσελκύοντας το ενδιαφέρον των ειδικών επιστημόνων που μελετούν τα φαινόμενα της εκλογικής και πολιτικής συμπεριφοράς και κάνοντας λόγο για το «φαινόμενο του Σάλτσμπουργκ».
Όπως είχε γραφτεί στο παρελθόν (4 Μαΐου 2023), στο άρθρο με τίτλο «Καθημερινότητα που… επείγει», με αφορμή την εν λόγω εκλογική νίκη, αν προστρέξει κανείς στην πολιτική συμπεριφορά του νεαρού αυτοαποκαλούμενου κομμουνιστή Kay-Michael Dankl (Κέι Μίχαελ Ντανκλ), ηγετικού στελέχους του KPÖ Plus, θα διαπιστώσει μια στρατηγική επικεντρωμένη στην ανάδειξη και την άμεση επίλυση των τοπικών ζητημάτων της πόλης του.
Η στρατηγική που ακολούθησε το KPÖ Plus, δηλαδή να διαγνώσει ορθά και να ασχοληθεί αποκλειστικά με ζητήματα που άπτονται της βελτίωσης των συνθηκών της καθημερινότητας, επιδιώκοντας την άμεση επίλυσή τους, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός σημαντικού τοπικού δικτύου υποστηρικτών. Το γεγονός αυτό μεταφράστηκε σε μια ιστορική, για τα δεδομένα του κόμματος, αύξηση των εκλογικών του ποσοστών.
Με την ίδια στρατηγική, δηλαδή την προσήλωση στην επίλυση ζητημάτων της καθημερινότητας, πριν από έναν μήνα η κομμουνίστρια Έλκε Καρ επανεξελέγη δήμαρχος του Γκρατς, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Αυστρίας. Η ίδια δήλωσε, μετά τη νίκη της, ότι επικεντρώθηκε «σε αυτούς που περνούν δύσκολα», ενώ η πολιτική της αφορούσε σταθερά την καθημερινότητα και τις ανάγκες των πολιτών, καθώς και την πραγματική εγγύτητα, την αλληλεγγύη και την άμεση επαφή με τον κόσμο. Αξίζει να σημειωθεί ότι διέθετε μέρος του μισθού της σε απόρους.
Η υπόσχεση του Άντι Μπέρναμ
Με την ίδια υπόσχεση, δηλαδή τη βελτίωση των συνθηκών της καθημερινότητας των πολιτών, ξεκινά τη θητεία του ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ (Andy Burnham), ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του πριν από λίγες ημέρες. Ο ίδιος προχωρά άμεσα σε μέτρα για την κατάργηση φόρου στους ενεργειακούς λογαριασμούς, καθώς και σε παρεμβάσεις για τη βελτίωση των συνθηκών στέγασης.
Ωστόσο, τα παραπάνω προβλήματα δεν αφορούν μόνο τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες. Εξάλλου, στις αρχές του έτους στις ΗΠΑ, ο νεοεκλεγείς δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι (Zohran Mamdani), εξελέγη με υποσχέσεις για δωρεάν συγκοινωνίες, πάγωμα των ενοικίων και παροχή καθολικής δωρεάν φύλαξης παιδιών για οικογένειες με παιδιά έως πέντε ετών.
Θα μπορούσε, λοιπόν, να κάνει κανείς λόγο για καθολικά αιτήματα, λαμβάνοντας υπόψη και τα εγχώρια προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες, σύμφωνα με τις σχετικές έρευνες κοινής γνώμης. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα ευρήματά τους, η ακρίβεια και το κόστος ζωής αποτελούν το σημαντικότερο πρόβλημα που απασχολεί τους πολίτες, ενώ ακολουθούν η στέγαση και τα ζητήματα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
Η ακρίβεια το πρόβλημα που καίει
Πιο συγκεκριμένα, στην πρόσφατη έρευνα (Ιούλιος 2026) του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, σε συνεργασία με την εταιρεία δημοσκοπήσεων Prorata, το 69% αναδεικνύει την ακρίβεια ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας, το 64% δηλώνει ότι ζει «από μήνα σε μήνα», ενώ το 88% αξιολογεί ως υψηλό το ενεργειακό κόστος. Την ίδια στιγμή, το 69% θεωρεί δυσβάστακτο το ενοίκιο, ενώ το 66% αναφέρει ότι η οικονομική αβεβαιότητα επηρεάζει αρνητικά την ψυχική του υγεία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι τα ζητήματα που άπτονται των δημοκρατικών δικαιωμάτων συγκεντρώνουν πολύ χαμηλά ποσοστά.
Σε αυτή την περίπτωση, όπου τα ζητήματα του ανθρωπισμού, της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων φαίνεται να απασχολούν τους πολίτες πολύ λιγότερο σε σχέση με το κόστος ζωής, έρχεται εύλογα στον νου η χαρακτηριστική φράση του Γερμανού συγγραφέα Μπέρτολτ Μπρεχτ (Bertolt Brecht): «Πρώτα το φαΐ και μετά η ηθική». Η φράση αυτή, που ακούγεται στην «Όπερα της Πεντάρας», μοιάζει εξαιρετικά επίκαιρη, παρότι γράφτηκε πριν από σχεδόν έναν αιώνα (1928).
Ωστόσο, με αυτή την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της πρόσβασης στα υλικά αγαθά και της διαμόρφωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν ασχολήθηκε μόνο η τέχνη του Μπρεχτ. Έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένα ότι η τέχνη αποτυπώνει την εκάστοτε κοινωνική συνθήκη μέσα στην οποία δημιουργείται. Γι’ αυτό, άλλωστε, αποτελεί και πολύτιμο εργαλείο ιστορικής μελέτης.
Πώς επηρεάζονται οι πολιτικές επιλογές
Τα παραπάνω ευρήματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς η αντιμετώπισή τους δεν αφορά μόνο την εκλογική επιτυχία ενός πολιτικού σχηματισμού, αλλά συνδέεται άμεσα με τη συμπεριφορά των πολιτών απέναντι στις πολιτικές τους επιλογές και, κατ’ επέκταση, με τη διαμόρφωση της πολιτικής κουλτούρας.
Και αυτό διότι το ζήτημα της στενής σχέσης μεταξύ της ανάπτυξης του χαρακτήρα, της πολιτικής συμπεριφοράς και της πρόσβασης στα υλικά αγαθά έχει εξετάσει διεξοδικά, μέσα από τις περίφημες κλινικές του μελέτες, ο ψυχίατρος Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich , 24 Μαρτίου 1897 – 3 Νοεμβρίου 1957).
Στις μελέτες αυτές δεν επιβεβαιώνεται μόνο η θέση του Μπρεχτ, αλλά και οι διαπιστώσεις όσων δηλώνουν σήμερα ότι η ψυχική τους υγεία επηρεάζεται αρνητικά από τη σύγχρονη οικονομική δυσχέρεια, καθώς και όσων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι η κοινωνική εξαθλίωση στρέφει τους πολίτες προς την ακροδεξιά και τον νεοφασισμό.
Όπως αναφέρει ο Γάλλος κλινικός ψυχολόγος και επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris 8, Florent Gabarron-Garcia (Φλορέντ Γκαμπαρόν-Γκαρσία), στο βιβλίο του Η πολιτική ιστορία της ψυχανάλυσης, οι μελέτες του Βίλχελμ Ράιχ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε πολυκλινικές της Βιέννης και του Βερολίνου κατά την περίοδο 1925-1935, αφορούσαν τη συμπεριφορά, καθώς και την ψυχική και κλινική εικόνα των ιδιαίτερα ευάλωτων κοινωνικών στρωμάτων. Τα συμπεράσματά τους οδήγησαν τον Ράιχ να υποστηρίξει την ανάγκη αναγνώρισης του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζουν οι κοινωνικές και υλικές συνθήκες στην ψυχική δυσφορία των άπορων ασθενών, πράξη που αποτελούσε πρωτοτυπία για την εποχή.
Καθώς, εξαιτίας της οικονομικής ανέχειας, οι ηθικές τους αναστολές ήταν μειωμένες σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι διαστροφικές και εγκληματικές ενορμήσεις να κινδυνεύουν να κυριαρχήσουν στη συμπεριφορά τους.
Προς την αντιστροφή αυτής της κατάστασης, ο ίδιος ο Ράιχ, που υπήρξε πολιτικά στρατευμένος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, δεν δίστασε να παροτρύνει τον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκε να έρθει πιο κοντά στις ανάγκες των καθημερινών ανθρώπων, όχι μόνο για να τους ανακουφίσει, αλλά και για να ενισχυθούν τα δημοκρατικά τους χαρακτηριστικά και να περιοριστεί η στροφή προς τον φασισμό.
Σύμφωνα με τις μελέτες του, οι πολιτικοί όφειλαν να κατεβούν από το «βάθρο», να αφήσουν κατά μέρος την «υψηλή πολιτική» και να ασχοληθούν με τις ανάγκες της «μικρής ζωής» των πολιτών. Βοηθώντας ανθρώπους συχνά α- πολιτικοποιημένους και με περιορισμένη θεωρητική κατάρτιση, ο Ράιχ υποστήριζε ότι έπρεπε πρώτα να κερδίσει κανείς την εμπιστοσύνη τους, να αποφύγει τη θεωρητικοποίηση και να ακούσει και να αφυπνίσει τις μεγάλες και μικρές ανάγκες τους.
Και αυτό διότι οι κλινικές του μελέτες μαρτυρούσαν ότι η επιτυχία της ναζιστικής προπαγάνδας εξηγούνταν από την ικανότητά της να κατανοεί και να χειραγωγεί ακόμη και τις ασυνείδητες ψυχικές αντιδράσεις των ανθρώπων, όπως ανέλυσε στο έργο του Η μαζική ψυχολογία του φασισμού (1933).
Για όλους τους παραπάνω λόγους, η αξιοπρεπής διαβίωση δεν αποτελεί απλώς οικονομικό ή κοινωνικό ζητούμενο. Αποτελεί προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας, καθώς επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες βιώνουν την πολιτική, διαμορφώνουν τις επιλογές τους και συμμετέχουν στον δημόσιο βίο. Όταν οι βασικές ανάγκες παραμένουν ανικανοποίητες, δεν δοκιμάζεται μόνο η κοινωνική συνοχή· δοκιμάζεται και η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας.
*Η Βάσω Μουρελά είναι Πολιτική Επιστήμονας.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












