Υπάρχουν δύο τρόποι να διαβάσει κανείς ένα κλασικό έργο. Ο πρώτος είναι να προσπαθήσει να καταλάβει τον κόσμο που το γέννησε. Ο δεύτερος είναι να το χρησιμοποιήσει ως καμβά για να προβάλει τις δικές του σύγχρονες αντιλήψεις, την «ατζέντα» του και το «εγώ» του. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο δεύτερος τρόπος υποκαθιστά πλήρως τον πρώτο.
Η δήλωση της Λουπίτα Νιόνγκο ότι θα ρωτούσε τον Όμηρο «πώς νιώθει για τον χρόνο που δόθηκε στις γυναίκες στην ταινία, αν αναλογιστεί κανείς πόσο λίγο χώρο τους αφιέρωσε ο ίδιος στα έργα του» δεν είναι απλώς μια εξυπνακίστικη ατάκα σε μια συνέντευξη. Είναι μια φράση που γεννά εύλογες απορίες για το κατά πόσο συνομιλεί με το ίδιο το έργο που επικαλείται.
Γιατί η Οδύσσεια μόνο έργο που «δίνει λίγο χώρο στις γυναίκες» δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Η Πηνελόπη δεν είναι μια παθητική σύζυγος που περιμένει. Είναι μια από τις πιο ευφυείς και πολύπλευρες ηρωίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η Αθηνά κινεί τα νήματα της αφήγησης. Η Κίρκη και η Καλυψώ δεν είναι απλές στάσεις στο ταξίδι του Οδυσσέα, αλλά μορφές που δοκιμάζουν, μεταμορφώνουν και καθορίζουν την πορεία του. Η Ναυσικά ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή του στην Ιθάκη και η Ευρύκλεια είναι εκείνη που τον αναγνωρίζει πρώτη.
Ίσως να τη μπερδεύει το γεγονός πως η Ωραία Ελένη, που υποδύεται η ίδια, είναι ένας χαρακτήρας, που στην Οδύσσεια δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης. Ίσως να αισθάνθηκε την ανάγκη να αποδείξει ότι είναι «φεμινίστρια». Ίσως να θέλησε να δώσει διαπιστευτήρια στους αυτόκλητους θεματοφύλακες του «προοδευτισμού». Όποια κι αν ήταν η πρόθεσή της, το αποτέλεσμα ήταν μια δημόσια επίδειξη άγνοιας.
Φυσικά κάθε σύγχρονος δημιουργός έχει το δικαίωμα να φωτίσει περισσότερο τους γυναικείους χαρακτήρες ή να τους προσεγγίσει διαφορετικά. Και κάθε καλλιτέχνης ή απλώς αναγνώστης έχει δικαίωμα να «διαφωνεί» με αριστουργήματα. Η τέχνη δεν είναι μουσείο. Οι νέες αναγνώσεις είναι καλοδεχούμενες και συχνά γόνιμες. Άλλο όμως η δημιουργική ερμηνεία και άλλο η υπόθεση ότι το πρωτότυπο έργο «υστερεί» επειδή δεν ανταποκρίνεται στην πολιτική ορθότητα του 21ου αιώνα.
Ας αναλογιστεί επίσης η συμπαθέστατη κατά τα άλλα ηθοποιός τι θα συνέβαινε αν ένας διάσημος λευκός συνάδελφός της έκανε μια αντίστοιχα επιφανειακή παρατήρηση για ένα κορυφαίο έργο της αφρικανικής, της ινδικής ή της κινεζικής λογοτεχνικής παράδοσης, δείχνοντας ότι αγνοεί βασικά στοιχεία του. Πιθανότατα η κριτική δεν θα περιοριζόταν στην «αμορφωσιά». Θα γινόταν λόγος για πολιτισμική αλαζονεία, ίσως ακόμη και για προκατάληψη/ ρατσισμό.
Τα κλασικά έργα σίγουρα δεν χρειάζονται προστασία. Έχουν αντέξει τρεις χιλιάδες χρόνια ακριβώς επειδή επιδέχονται αμέτρητες ερμηνείες. Εκείνο που χρειάζονται είναι συνομιλητές που πρώτα τα έχουν διαβάσει και ύστερα τα κρίνουν. Γιατί η πραγματική πρόοδος δεν ξεκινά όταν «μαλώνουμε» τον Όμηρο. Αλλά όταν καταλαβαίνουμε γιατί εξακολουθεί να μας μιλά έπειτα από τριάντα αιώνες.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












