Σε μια περίοδο πρωτοφανούς παγκόσμιας οικονομικής διασύνδεσης, και δεδομένης της άμεσης γεωπολιτικής εγγύτητας της Ελλάδας με τη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στο Ιράν αναδιαμορφώνει ήδη τις προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Η προσέγγιση της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή, η στάση της έναντι του ΝΑΤΟ και η πολιτική της απέναντι στην Άγκυρα χρειάζονται, πλέον, μια συνολική επανεκτίμηση.
Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία
Ο άξονας αποτροπής, όπως διαμορφώθηκε στον ελληνικό πολιτικό λόγο γύρω από τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, δεν είναι πλέον λειτουργικός. Το Ισραήλ υφίσταται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση, η οποία είναι πιθανό να οδηγήσει σε αυξημένη—και όχι μειωμένη—αμερικανική στήριξη στο άμεσο μέλλον, ανατρέποντας στην πράξη τους αρχικούς στόχους οικονομικής αυτονονομίας του Μπέντζαμιν Νετανιάχου.
Η αποτρεπτική ικανότητα του Ισραήλ παρουσιάζει περιορισμούς, δημιουργώντας κίνητρα για χώρες όπως η Ελλάδα να διαφοροποιήσουν τις αμυντικές τους επιλογές, προκειμένου να διατηρήσουν τη διεθνή τους νομιμοποίηση και να καλλιεργήσουν νέες στρατηγικές σχέσεις. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων έχει ήδη επισημάνει την πίεση που προκαλούν οι παρατεταμένες επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα.
Επιπλέον, το περιβάλλον ασφάλειας και πολιτικής στον Κόλπο έχει υποστεί μόνιμο μετασχηματισμό. Οι Συμφωνίες του Αβραάμ, στην πράξη, δεν είναι πλέον λειτουργικές, ενώ τα κράτη του Κόλπου στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς το Πεκίνο για την κάλυψη των οικονομικών τους κενών. Παράλληλα, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα modus vivendi μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, με στόχο την ανάσχεση της επιθετικότητας Ισραήλ και τον συντονισμό της ευρύτερης προσέγγισής τους απέναντι στο Ιράν.
Ο πόλεμος έχει επιταχύνει δομικές μεταβολές που αντανακλούν την ανακατανομή ισχύος μεταξύ πολλαπλών κέντρων στο διεθνές σύστημα—εξελίξεις που η Ελλάδα δεν είχε προβλέψει επαρκώς. Τουλάχιστον, τώρα, καθίστανται απολύτως σαφείς.
ΝΑΤΟ
Οι διαφωνίες μεταξύ Ευρωπαίων ηγετών και της αμερικανικής πλευράς ως προς τη διεξαγωγή και τη συμμετοχή στον πόλεμο με το Ιράν έρχονται σε έντονη αντίθεση με όσα συνέβησαν στην Ουκρανία τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Ενώ στην περίπτωση της Ουκρανίας κυριάρχησαν η ενότητα, η συνεργασία και η περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ, στην περίπτωση του Ιράν παρατηρούνται διαφωνίες, απροθυμία εμπλοκής και αναζωπύρωση της αμφισβήτησης γύρω από τον ίδιο τον Οργανισμό. Αυτό δεν αποτελεί ούτε προσωρινό φαινόμενο, ούτε αποτέλεσμα αποκλειστικά της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Στην περίπτωση του Ιράν, βαθύτερες στρατηγικές αποκλίσεις και αμοιβαία δυσπιστία ασκούν πιέσεις στη συνοχή της Συμμαχίας. Στην Ουκρανία, αντίστοιχες δυναμικές προκαλούνται από τη στρατηγική επιτυχία της Ρωσίας.
Η Ευρώπη θα αναγκαστεί τελικά να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο ασφάλειας σε συνάρτηση με τη Ρωσία, καθώς ένα μοντέλο που την αποκλείει —στο οποίο οι ανησυχίες της Μόσχας για την παρουσία του ΝΑΤΟ στα σύνορά της αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες έναντι των επιδιώξεων επέκτασης της Συμμαχίας— δεν είναι πλέον βιώσιμο. Η προσέγγιση αυτή έχει ήδη οδηγήσει ένα κράτος πρώτης γραμμής, την Ουκρανία, σε έναν πόλεμο που, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, είναι εξαιρετικά δύσκολο να κερδίσει.
Κατά συνέπεια, η ιδέα ενός διακριτού ευρωπαϊκού πυλώνα εντός του ΝΑΤΟ καθίσταται μη βιώσιμη, καθώς θα εξυπηρετούσε κυρίως τη μετακύλιση μέρους του αμερικανικού βάρους στην ανάσχεση της Ρωσίας—μια εξέλιξη που η Μόσχα δύσκολα θα αποδεχθεί. Ακόμη και αν το ΝΑΤΟ παραμείνει πολιτικά ενεργό, η στρατιωτική του λειτουργία δεν θα είναι η ίδια. Και ακόμη αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώξουν να διατηρήσουν στρατηγικό αποτύπωμα στη Δυτική Ευρώπη, το ΝΑΤΟ θα έχει περιορισμένο ρόλο σε αυτή την προσπάθεια, εξελισσόμενο σταδιακά σε δομή μειωμένης στρατηγικής σημασίας.
Nέο πλαίσιο πολιτικής
Η Ελλάδα είναι αναγκαίο να εγκαταλείψει τρεις θεμελιώδεις παρανοήσεις και να ακολουθήσει τρεις βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις. Παγιωμένες προκαταλήψεις εξακολουθούν να επηρεάζουν την ελληνική προσέγγιση έναντι της Τουρκίας περισσότερο από μια νηφάλια στρατηγική εκτίμηση, ενώ η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να παραμένει μονάχα αντιδραστική ή παθητική. Σε στρατηγικό επίπεδο, η ήπια ισχύς πρέπει να προηγείται της σκληρής ισχύος, ενώ η ενίσχυση της αυτονομίας θα μπορούσε να επανακαθορίσει τον τρόπο με τον οποίο η χώρα προσεγγίζει τις διεθνείς συνεργασίες.
Η πρώτη παρανόηση, που εκφράζεται κυρίως σε κυβερνητικό επίπεδο, θεωρεί ότι, επειδή η Τουρκία έχει ενισχύσει τη σχετική της θέση στο διεθνές σύστημα την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα οφείλει να ευθυγραμμιστεί με τις τουρκικές θέσεις στις διμερείς διαφορές και να αποδεχθεί μέρος των απαιτήσεών της. Η προσέγγιση αυτή είναι λανθασμένη. Ακόμη και σε συνθήκες έντονης ασυμμετρίας ισχύος, ο ασθενέστερος δρών επιδιώκει συχνά να εκμεταλλευθεί την υπερέκταση του ισχυρότερου σε πολλαπλά μέτωπα, ώστε να αποσπάσει οφέλη στις διμερείς του διαφορές.
Η δεύτερη παρανόηση, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να προσεγγίζει τη Μέση Ανατολή και τη Δυτική Ασία μέσα από το σχήμα «οι φίλοι της Τουρκίας είναι εχθροί μας και οι εχθροί της φίλοι μας». Και αυτή η προσέγγιση είναι προβληματική, καθώς περιορίζει την εξωτερική πολιτική σε ένα στενό πρίσμα ασφάλειας, αγνοώντας δυνατότητες στους τομείς του εμπορίου, της βιομηχανίας, της τεχνολογίας, αλλά και της κοινωνίας και του πολιτισμού.
Η τρίτη αφορά τις ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον δεν καθορίζει πλέον μονομερώς τους όρους του διεθνούς συστήματος, όπως συνέβη μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, ούτε ηγείται των διεθνών σχέσεων όπως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρωτίστως το Πεκίνο, ακολουθούμενο από αναδυόμενα κέντρα ισχύος, αναλαμβάνει ολοένα και πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του διεθνούς τοπίου.
Τρεις στρατηγικές κατευθύνσεις
Μετά την υπέρβαση αυτών των παρανοήσεων, η Ελλάδα μπορεί να υιοθετήσει ένα ανανεωμένο πλαίσιο πολιτικής, δομημένο γύρω από τρεις βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις:
- Δημιουργία διευρυμένης περιφέρειας συνεργασιών.
Διεύρυνση του δικτύου εταίρων με στόχευση σε χώρες του δεύτερου γεωπολιτικού κύκλου —τις λεγόμενες «γειτονικές των γειτόνων μας»— όπως η Αλγερία για τις ενεργειακές της δυνατότητες, το Ομάν για τον εμπορικό του ρόλο και η Ρουμανία και το Καζακστάν για τις κρίσιμες πρώτες ύλες.
- Ανάπτυξη συνεργασιών με βάση το εμπόριο και τη βιομηχανική πολιτική, διακριτά από τις συμμαχικές δομές και τις αμυντικές προμήθειες.
Ενδεικτικά, η Αίγυπτος ελέγχει ένα κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα, τη Διώρυγα του Σουέζ, ενώ η Ελλάδα διαθέτει το μεγαλύτερο λιμάνι της Μεσογείου σε διακίνηση TEUs, τον Πειραιά. Αυτό δημιουργεί μια φυσική βάση για θεσμοθετημένες, κρατικά υποστηριζόμενες εμπορικές σχέσεις, πέραν του τριγώνου ασφάλειας Αιγύπτου–Τουρκίας–Ελλάδας.
- Μετατροπή της Ανατολικής Μεσογείου σε αυτόνομο περιφερειακό χώρο.
Η Ανατολική Μεσόγειος θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένας διακριτός γεωπολιτικός χώρος, με δική της στρατηγική βαρύτητα και εσωτερική δυναμική, και όχι ως απλή ζώνη διασύνδεσης μεταξύ Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Μέση Ανατολή. Η κυρίαρχη αντίληψη που τη θέλει μονομερώς ως πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, υποβαθμίζει τον ρόλο της. Αντιθέτως, μπορεί να εξελιχθεί σε συνεκτικό και λειτουργικό περιφερειακό πόλο, με ενεργό επιρροή στις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις, με πρωτοβουλίες υπό την αιγίδα της Ελλάδας προς αυτή την κατεύθυνση.
*Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












