Το βράδυ της 23ης Ιουνίου 2016 το Σάντερλαντ έγινε η πόλη που συμβόλισε το Brexit. Ήταν η πρώτη που ανακοίνωσε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και πάνω από το 60% των κατοίκων της ψήφισε υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για πολλούς, η εργατική αυτή πόλη της βορειοανατολικής Αγγλίας εξέφραζε την οργή της «ξεχασμένης Βρετανίας» απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ.
Δέκα χρόνια αργότερα, ο Economist επιστρέφει εκεί και επιχειρεί έναν απολογισμό. Το συμπέρασμα είναι σαφές: το Brexit δεν προκάλεσε την καταστροφή που προέβλεπαν οι πιο απαισιόδοξοι, αλλά άλλαξε τη χώρα με πολλούς μικρούς τρόπους, οι οποίοι στην πλειονότητά τους την έκαναν χειρότερη.
Η οικονομία έχασε έδαφος
Οι οικονομολόγοι εξακολουθούν να διαφωνούν για το ακριβές κόστος του Brexit. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από απώλεια 2,5% έως και 8% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με το σενάριο παραμονής στην ΕΕ.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η βρετανική οικονομία αναπτύχθηκε πιο αργά από τις περισσότερες οικονομίες της G7.
Στο Σάντερλαντ οι χειρότεροι φόβοι δεν επιβεβαιώθηκαν πλήρως. Το εργοστάσιο της Nissan δεν έκλεισε, όπως φοβούνταν πολλοί πριν από το δημοψήφισμα. Ωστόσο, η παραγωγή του είναι σήμερα κατά 46% χαμηλότερη σε σχέση με το παρελθόν, ενώ η ευρύτερη βιομηχανική βάση της χώρας συνέχισε να συρρικνώνεται.
Η υπόσχεση ότι η Βρετανία θα μετατρεπόταν σε ένα υπερ-ανταγωνιστικό, απορρυθμισμένο «Σιγκαπούρη του Τάιν» δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Από κανέναν από τους 6 πρωθυπουργούς που πέρασαν από τον Κάμερον έως τον Στάρμερ, η παραίτηση του οποίου ανοίγει τον δρόμο για τον 7ο.

Η γραφειοκρατία επέστρεψε από την πίσω πόρτα
Το πιο απτό αποτέλεσμα του Brexit για χιλιάδες επιχειρήσεις δεν ήταν οι δασμοί αλλά τα χαρτιά. Οι εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν θεωρητικά αδασμολόγητες, όμως συνοδεύονται πλέον από τελωνειακές δηλώσεις, πιστοποιήσεις και κανόνες προέλευσης προϊόντων.
Το βάρος έπεσε κυρίως στις μικρές επιχειρήσεις. Μελέτη του London School of Economics έδειξε ότι οι μικρότερες βρετανικές εταιρείες μείωσαν κατά περίπου 30% τις εξαγωγές τους προς την ΕΕ σε σχέση με άλλες αγορές, ενώ περισσότερες από 16.000 επιχειρήσεις σταμάτησαν εντελώς να εξάγουν στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η καθημερινότητα έγινε πιο περίπλοκη: από την εξαγωγή τροφίμων και βιομηχανικών εξαρτημάτων μέχρι τα ταξίδια και τη μεταφορά κατοικίδιων στο εξωτερικό.
Το Σίτι άντεξε, αλλά όχι χάρη στο Brexit
Η μεγάλη καταστροφή που προέβλεπαν πολλοί για το Σίτι του Λονδίνου δεν ήρθε. Η Βρετανία παραμένει μία από τις κορυφαίες παγκόσμιες δυνάμεις στις υπηρεσίες. Οι εξαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 47% μεταξύ 2016 και 2025, χάρη στη διεθνή ζήτηση για νομικές, χρηματοοικονομικές, διαφημιστικές και τεχνολογικές υπηρεσίες.
Ωστόσο, ο Economist επισημαίνει ότι αυτή η επιτυχία δεν οφείλεται στο Brexit αλλά παρά το Brexit. Στους τομείς όπου δημιουργήθηκαν νέα εμπόδια στις συναλλαγές με την Ευρώπη, οι εξαγωγές υπηρεσιών επιβραδύνθηκαν αισθητά.
Το Λονδίνο παραμένει το δεύτερο μεγαλύτερο χρηματοοικονομικό κέντρο του κόσμου, αλλά η απώλεια του λεγόμενου «passporting» δυσκόλεψε την πρόσβαση των βρετανικών χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στην ενιαία αγορά.
Η επένδυση που δεν ήρθε ποτέ
Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που άφησε πίσω του το Brexit ήταν η αβεβαιότητα.
Σύμφωνα με τον Economist, η Βρετανία εισήλθε σε ένα είδος «επενδυκής απεργίας». Οι επιχειρήσεις πάγωσαν ή ανέβαλαν επενδύσεις για χρόνια, περιμένοντας να ξεκαθαρίσει το νέο καθεστώς σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η αδύναμη επενδυτική δραστηριότητα στέρησε από την οικονομία νέα μηχανήματα, υποδομές και τεχνολογίες, περιορίζοντας την παραγωγικότητα και το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας.
Η μεγαλύτερη έκπληξη: περισσότερη μετανάστευση
Η μεγαλύτερη ίσως ειρωνεία του Brexit αφορά το θέμα που κυριάρχησε στην καμπάνια του 2016. Η υπόσχεση ήταν ότι η χώρα θα «έπαιρνε πίσω τον έλεγχο των συνόρων».
Αυτό συνέβη μόνο εν μέρει. Οι αφίξεις Ευρωπαίων μειώθηκαν, αλλά αντικαταστάθηκαν από πολύ μεγαλύτερες ροές μεταναστών από χώρες όπως η Ινδία και η Νιγηρία.
Το 2023 η καθαρή μετανάστευση από χώρες εκτός ΕΕ έφτασε σχεδόν το ένα εκατομμύριο ανθρώπους, ιστορικό ρεκόρ για τη Βρετανία.
Ακόμη και στο Σάντερλαντ, που ψήφισε μαζικά υπέρ του Brexit, η παρουσία εργαζομένων από χώρες εκτός Ευρώπης αυξήθηκε θεαματικά μέσα σε λίγα χρόνια.
«Είμαστε εγκλωβισμένοι»
Δέκα χρόνια μετά, οι Βρετανοί εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην επιλογή τους. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 57% θεωρεί πλέον ότι η έξοδος από την ΕΕ ήταν λάθος. Το 43% πιστεύει ότι το Brexit έκανε τη ζωή του χειρότερη, ενώ μόλις το 11% θεωρεί ότι την έκανε καλύτερη.
Ακόμη και αρκετοί ψηφοφόροι του Leave δηλώνουν απογοητευμένοι. Όχι επειδή άλλαξαν γνώμη για το δημοψήφισμα, αλλά επειδή θεωρούν ότι οι υποσχέσεις δεν τηρήθηκαν.
Όπως λέει ένας επιχειρηματίας του Σάντερλαντ στον Economist: «Το Brexit υποτίθεται ότι θα μας έδινε τον έλεγχο. Δεν το έκανε».
Και ένας άλλος κάτοικος συνοψίζει ίσως καλύτερα από όλους τη διάθεση μιας χώρας που εξακολουθεί να ζει στη σκιά εκείνης της ψήφου του 2016:
«Θα προτιμούσα να επιστρέψουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά πρακτικά αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Είμαστε εγκλωβισμένοι».
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












