© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Αυτή εδώ η Ιρακινή ταινία αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, καθώς ξαναπιάνει, κινηματογραφικά, το νήμα από τον Ιταλικό Νεορεαλισμό – αλλά και από το Ιρανικό σινεμά των 90s – για να αφηγηθεί μια πολυδιάστατη ιστορία, παρά τη φαινομενική απλότητα της αφήγησης. Η δράση λαμβάνει χώρα στο Ιράκ, τη δεκαετία του 1990: Κάτω από την αυστηρή δικτατορία του Σαντάμ Χουσεΐν και τα βαθιά οικονομικά πλήγματα από τις διεθνείς κυρώσεις, ένα εννιάχρονο κορίτσι επιλέγεται από το σχολείο της για να φτιάξει την υποχρεωτική γενέθλια τούρτα για τον Πρόεδρο. Και ιδού η πρώτη ειρωνεία: σε μια χώρα όπου το ψωμί είναι πολυτέλεια, η εξουσία απαιτεί παντεσπάνι. Το κορίτσι – μικροσκοπικός φορέας της Ιστορίας χωρίς να το γνωρίζει – αναλαμβάνει ένα έργο που δεν είναι μαγειρικό αλλά πολιτικό. Πρόκειται για μια πανέξυπνη αλληγορία πάνω στη σχέση εξουσίας και υπηκόου: «Όχι μόνο σου στερώ τα πάντα, αλλά θα μου προσφέρεις γλυκό κι από πάνω». Έτσι, η μικρή ηρωίδα διασχίζει την πόλη για να βρει τα υλικά της τούρτας (ζάχαρη, αλεύρι, αυγά – “και με επιπλέον κρέμα”, όπως πρόσταξε ο δάσκαλος) και σε κάθε της στάση, ένα ψηφιδωτό της τότε κοινωνίας μας αποκαλύπτεται: ο μαυραγορίτης, ο στρατηγός – δάσκαλος, ο ζαχαροπλάστης που ζητά πληρωμή “σε είδος”. Γύρω από τον αφηγηματικό μοχλό της τούρτας, αρθρώνεται ένα ολόκληρο κοινωνικό πορτρέτο. Όλα αυτά στο φιλμ “Η τούρτα του Προέδρου” του Χασάν Χαντί, που αποφεύγει επιδεικτικά τον μελοδραματισμό και τα instagram-ικής αισθητικής πλάνα. Η κάμερα στέκεται στο ύψος του παιδιού, και ως εκ τούτου, γνωρίζει καλά πως δεν έχει κανένα λόγο να υψωθεί για να καταγγείλει. Άλλωστε, η δικτατορία δεν παρουσιάζεται κραυγαλέα, μέσα από γκροτέσκες υπερβολές, αλλά σαν μια μικρή, καθημερινή ασφυξία: ουρές για τρόφιμα, ψίθυροι αντί για λόγια, βλέμματα που ελέγχουν αν τα βλέπει κανείς. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η ταινία δεν κατασκευάζει ήρωες. Το κορίτσι δεν εξεγείρεται, δεν μετατρέπεται σε σύμβολο αντίστασης. Θέλει απλώς να ολοκληρώσει αυτό που της έλαχε. Και ακριβώς αυτή η απουσία ρητορικής μεγαλοστομίας, προσδίδει στο φιλμ την ηθική του βαρύτητα. Τι να κάνουμε αγαπητοί Δυτικοί, στις πραγματικές δικτατορίες εκπαιδεύεσαι από νωρίς στην επιβίωση.

«Η Νύφη!» σε σκηνοθεσία Μάγκι Γκίλενχαλ είναι η αμερικάνικη πρόταση για την εβδομάδα, και ένα μάλλον πολυαναμενόμενο φιλμ. Το στόρι; Πρόκειται, επί της ουσίας, για μια φεμινιστική επανεγγραφή του μύθου της «Νύφης του Φρανκενστάιν», που όμως καταλήγει σε ένα υβρίδιο που δεν ξέρει αν είναι γοτθικό μελόδραμα, πολιτικό μανιφέστο ή μεταμοντέρνα παρωδία. Η σκηνοθέτιδα επιστρατεύει μάλιστα τη μορφή της Μαίρης Σέλεϊ, για να μας πείσει για την εγκυρότητα των σημάνσεων της, μόνο που ό,τι είχε να πει η Σέλεϊ, υπάρχει ήδη στο πρωτότυπο. Το πρόβλημα όμως δεν είναι η ιδέα, αλλά η αφήγηση: Η ταινία πηδά από επεισόδιο σε επεισόδιο χωρίς δραματική συνοχή, αλλάζοντας ύφος σχεδόν αυθαίρετα. Και αναρωτιέσαι: Γιατί το ζευγάρι των επαναστατημένων νεκραναστημένων πλασμάτων (Κρίστιαν Μπέιλ & Τζέσι Μπάκλεϊ, κάνουν ό,τι μπορούν) παρουσιάζεται σαν μια εναλλακτική εκδοχή των Μπόνι & Κλάιντ; Ποιον κλέβουν; Ενάντια σε τι επαναστατούν; Άκρη δεν βγαίνει – εδώ δεν κυριαρχεί η δημιουργική αμφισημία, αλλά η αμηχανία.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












