© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Στις ταινίες του τα συναισθήματα δεν εκφράζονται βίαια, οι εντάσεις δεν ξεπερνούν το ανθρώπινο, και οι εικόνες κυλούν με μια αθόρυβη ροή, σαν μαγικές συγκυρίες στιγμών που συνθέτουν το καθημερινό, το ευήμερο, εντέλει το επουσιώδες. Δεν είναι τυχαίο, δηλαδή, που λίγο καιρό πριν μας είχε χαρίσει το «Πάτερσον», ένα φιλμ αφιερωμένο στη μινιμαλιστική ποίηση του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς: στον Τζάρμους όλα αντηχούν, κυρίως, διά της απουσίας του θορύβου.
Τρεις οικογένειες τον απασχολούν εδώ, τρεις ιστορίες, σε τρία διαφορετικά σημεία του κόσμου.
Στην πρώτη («Πατέρας»), δύο αδέλφια, ο Τζεφ και η Έμιλι, ταξιδεύουν σε μια επαρχιακή πόλη της Αμερικής για να συναντήσουν τον απομονωμένο και απόμακρο πατέρα τους. Εκείνος, χήρος και λίγο παράξενος, διστάζει να μοιραστεί τη ζωή του μαζί τους, και οι αμήχανες σιωπές αποκαλύπτουν μια σχέση με βαθιά απόσταση και ασυνείδητη τρυφερότητα, όπου τίποτα δεν λέγεται άμεσα, αλλά όλα είναι παρόντα – μαζί με το άμεσα αναγνωρίσιμο χιούμορ του σκηνοθέτη, που μάλιστα κρύβει και ένα twist στο φινάλε της. Πέρα από την πλάκα όμως, το από κάτω κείμενο κάπως σε χαράζει: τα παιδιά εδώ δεν έρχονται να «βρουν» τον πατέρα τους, που παραμένει γι’ αυτά ένα μεγάλο ερωτηματικό. Έρχονται για να επιβεβαιώσουν ότι δεν μπορούν.
Στη δεύτερη («Μητέρα»), που διαδραματίζεται στο Δουβλίνο, μια διάσημη, ηλικιωμένη συγγραφέας περιμένει τις δύο κόρες της για το ετήσιο οικογενειακό τσάι. Οι συναντήσεις εδώ δεν είναι ιδιαίτερα θερμές· αντίθετα, αποκαλύπτουν λεπτές εντάσεις και ανομολόγητα παράπονα για τις αποστάσεις που έχουν χτιστεί με τα χρόνια. Οι κόρες της, που μοιάζουν να έχουν αναπτύξει με τα χρόνια εκ διαμέτρου διαφορετικές προσωπικότητες, πάντα όμως με τη μάνα ως σημείο αναφοράς, δεν τη μισούν ούτε τη θαυμάζουν. Μάλλον τη φοβούνται λίγο – ένας φόβος που δεν εκφράζεται με κασσαβετικές κραυγές. Εδώ έχουμε τσάι και συμπάθεια, ευγένεια και πρωτόκολλο. Είναι μια οικογενειακή συνάντηση που δεν λυτρώνει κανέναν, σαν να μας λέει δηλαδή ο Τζάρμους πως η λύτρωση είναι μια χολιγουντιανή παρεξήγηση, και η μητρότητα ένα βάρος που περνά από γενιά σε γενιά με χαμόγελο.
Φτάνουμε έτσι στην τρίτη, την πιο ευαίσθητη και συναισθηματικά φορτισμένη ιστορία, όπου δύο δίδυμα αδέλφια, η Σκάι και ο Μπίλι, συναντιούνται στο Παρίσι για να αντιμετωπίσουν την απώλεια των γονιών τους μετά από ένα αεροπορικό δυστύχημα. Καθώς ταξινομούν τα προσωπικά τους αντικείμενα, η ιστορία των ανθρώπων που τους μεγάλωσαν ξεδιπλώνεται ξανά, όμως τα αδέλφια δεν δείχνουν διατεθειμένα να εξερευνήσουν το οικογενειακό τους χάος μέχρι τέλους – έχουν όμως ο ένας τον άλλο. Άλλωστε, όταν πια οι γονείς έχουν φύγει, μένει το ερώτημα: τι κάνουμε τώρα που δεν έχουμε σε ποιον να ρίξουμε το φταίξιμο; Εδώ ο Τζάρμους γίνεται σχεδόν τρυφερός — αλλά ποτέ γλυκανάλατος. Η απώλεια δεν εξιδανικεύεται. Δεν γίνεται, δηλαδή, ένα δραματουργικό δεκανίκι που θα μας οδηγήσει στην αυτογνωσία.

Καθώς γράφω αυτό το κείμενο, θυμάμαι μια πολύ αστεία σκηνή από την τελευταία ταινία του Νάνι Μορέτι που βγήκε στις αίθουσες με τον τίτλο «Ένα καινούργιο αύριο». Εκεί, ένας μεσήλικας σκηνοθέτης που αναζητά χρήματα για την τελευταία του ταινία συναντιέται με κάποια εκπρόσωπο του Netflix προσδοκώντας χρηματοδότηση, και ενώ της παρουσιάζει το σενάριό του, εκείνη του λέει: «Πού είναι το σημείο καμπής που αλλάζει τον χαρακτήρα; Σε κάθε σενάριο έχουμε μια ανατροπή, ένα συμβάν που οδηγεί τον ήρωα σε μια αλλαγή». Έξαλλος, ο νευρωτικός σκηνοθέτης (που ενσαρκώνει ο ίδιος ο Μορέτι) σηκώνεται από το τραπέζι φωνάζοντας: «Πού τα έχετε δει αυτά; Τι γελοιότητες είναι αυτές;».
Απέναντι σε αυτό το καθεστώς, το Father Mother Sister Brother, βραβευμένο με Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, στέκεται σαν μια θρασύτατη υπενθύμιση. Θρασύτατη επειδή ο Τζάρμους αντιδρά σε αυτό το τοπίο με μια προκλητική αδιαφορία: αντί να μπει στο παιχνίδι (όπως άλλοι σκηνοθέτες της γενιάς του), το αγνοεί. Στο πρώτο μέρος, ο πατέρας δεν είναι «τοξικός», δεν είναι «κακοποιητικός», δεν είναι «σύνθετος χαρακτήρας». Είναι απλώς ένας άνθρωπος που δεν ξέρει πώς να είναι πατέρας. Δηλαδή, ο κανόνας. Αλλά όταν το σινεμά γίνεται «content», δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε τον κανόνα. Στο δεύτερο μέρος, η μητέρα δεν ζητά κατανόηση. Δεν αποκαλύπτει κάποιο μυστικό καταμεσής του φιλμ. Οι κόρες της δεν την «αντιμετωπίζουν». Στο τρίτο μέρος, όταν οι γονείς έχουν πεθάνει, δεν ξεκινά η λύτρωση. Ξεκινά η αμηχανία: τα αδέλφια δεν ξέρουν τι να κάνουν με την ελευθερία τους.
Κάποια κοινά μοτίβα διαπερνούν και τις τρεις αφηγήσεις: ρολόγια, ανήλικοι σκεϊτάδες σε αργή κίνηση (η ροή του σύγχρονου κόσμου που αλλάζει), φωτογραφίες (καδραρισμένες στις πρώτες δύο, εκτός κάδρου στην τελευταία – δεν ήταν «κομφορμιστές» οι γονείς, βλέπετε), στοιχεία που μοιάζουν να περιστρέφονται όλα γύρω από τον ίδιο πάσαλο: τι είναι, εντέλει, αυτό που μας καθορίζει; Πού κρύβεται εκείνο το μυστήριο που μας διαφεύγει; Μην περιμένετε «μηνύματα» εδώ. Το Father Mother Sister Brother είναι μια ταινία γυρισμένη χωρίς αλγόριθμο. Δεν προσαρμόζεται, δεν επιταχύνει, δεν εξηγεί, δεν διαθέτει χαρακτήρες που «εξελίσσονται», ούτε ένα soundtrack που να σου υποδεικνύει πότε να συγκινηθείς. Κι αν βαρεθείς, δικό σου το πρόβλημα. Αν φύγεις, επίσης. Ο Τζάρμους δεν σε χρειάζεται.
Αν όμως της δώσεις προσοχή, θα σου επιστρέψει κάτι πολύ πιο σπάνιο: την αίσθηση ότι κάποιος σε πήρε στα σοβαρά. Μια ανθρωπιά δηλαδή.
Και αυτό είναι ό,τι πιο ριζοσπαστικό μπορεί να κάνει μια ταινία σήμερα.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












