Skip to main content

Το μεγάλο θύμα της κρίσης στο Ιράν, η ΑΙ

Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, η τεχνητή νοημοσύνη παύει να είναι μια «φθηνή» τεχνολογία και γίνεται ένας πολύ υψηλού κόστους παραγωγικός συντελεστής

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Του Μιχάλη Σάλλα, Προέδου του Lyktos Group, επίτιμου προέδρου της Τράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου

Η διεθνής συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη τα τελευταία χρόνια έχει επικεντρωθεί κυρίως στην αύξηση της παραγωγικότητας, την επιτάχυνση της καινοτομίας και τη μεταμόρφωση ολόκληρων κλάδων της οικονομίας.

Ωστόσο, η κρίση στο Ιράν, με τις επιπτώσεις της στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στην παγκόσμια σταθερότητα, αποκαλύπτει ότι ένα από τα μεγάλα, αν και λιγότερο ορατά, θύματα της σύγκρουσης είναι η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη.

Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μία από τις πιο ενεργοβόρες τεχνολογίες της σύγχρονης εποχής. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, τα data centers και οι υποδομές cloud απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, που συνδέεται άμεσα με την ένταση στη Μέση Ανατολή, αυξάνει σημαντικά το κόστος λειτουργίας αυτών των υποδομών. Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, η τεχνητή νοημοσύνη παύει να είναι μια «φθηνή» τεχνολογία και γίνεται ένας πολύ υψηλού κόστους παραγωγικός συντελεστής.

Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις (Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας IEA, McKinsey), τα data centers ενδέχεται να καταναλώνουν έως και το 8%-10% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το 2030, έναντι περίπου 2%-3% σήμερα. Το κόστος εκπαίδευσης μεγάλων γλωσσικών μοντέλων μπορεί να ξεπεράσει τα 100 εκατ. δολάρια ανά μοντέλο, κυρίως λόγω ενεργειακών και υπολογιστικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή διάσταση όμως δεν είναι η μόνη. Τα τελευταία χρόνια, σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης προήλθε από κεφάλαια της Μέσης Ανατολής. Τα επενδυτικά ταμεία χωρών του Κόλπου αναζήτησαν νέες ευκαιρίες διαφοροποίησης, στρεφόμενα προς την τεχνολογία και ιδιαίτερα προς την AI. Η κρίση στο Ιράν, όμως, δημιουργεί ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που μπορεί να ανακατευθύνει ή να «παγώσει» αυτά τα κεφάλαια. Σε συνθήκες γεωπολιτικού κινδύνου, οι επενδυτές τείνουν να επιστρέφουν σε πιο ασφαλείς τοποθετήσεις, μειώνοντας την έκθεση σε τομείς υψηλού ρίσκου.

Τα sovereign wealth funds της Μέσης Ανατολής διαχειρίζονται κεφάλαια άνω των 3 τρισ. δολαρίων, σημαντικό μέρος των οποίων έχει στραφεί προς τεχνολογικές επενδύσεις τα τελευταία χρόνια.

Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι η σταδιακή μετατόπιση της τεχνητής νοημοσύνης από ένα παγκόσμιο εγχείρημα σε ένα πολύ περιορισμένο, γεωπολιτικά ελεγχόμενο πεδίο. Η ανάπτυξη της AI δεν θα διαχέεται πλέον ομοιόμορφα, αλλά θα συγκεντρώνεται σε λίγες χώρες και σε λίγες μεγάλες εταιρείες, που διαθέτουν την απαραίτητη πρόσβαση σε ενέργεια, κεφάλαια και υποδομές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ορισμένοι τεχνολογικοί κολοσσοί ενδέχεται να ενισχύσουν τη θέση τους, ενώ άλλες περιοχές του κόσμου θα δυσκολευτούν να ακολουθήσουν. Οι επενδύσεις σε ΑΙ ξεπέρασαν τα 150 δισ. δολάρια το 2024, με το μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται σε ΗΠΑ και Κίνα.

Έτσι, διαμορφώνεται ένα νέο είδος ανισότητας, το λεγόμενο ΑΙ gap ή «χάσμα τεχνητής νοημοσύνης». Όπως στο παρελθόν υπήρξε ψηφιακό χάσμα μεταξύ χωρών, έτσι και τώρα δημιουργείται ένα χάσμα πρόσβασης στην πιο προηγμένη μορφή τεχνολογίας. Οι χώρες που δεν διαθέτουν φθηνή ενέργεια, ισχυρά επενδυτικά κεφάλαια ή προηγμένες υποδομές, κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο της νέας τεχνολογικής επανάστασης. Η παραγωγικότητα που συνδέεται με την AI εκτιμάται ότι μπορεί να προσθέσει έως και 1-1,5 ποσοστιαία μονάδα ετησίως στο ΑΕΠ ανεπτυγμένων οικονομιών.

Η κρίση στο Ιράν αναδεικνύει επίσης μια βαθύτερη αλήθεια. Ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς ένα εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και ένα στρατηγικό μέσο ισχύος. Η χρήση της σε στρατιωτικές εφαρμογές, στην ανάλυση δεδομένων και στη λήψη αποφάσεων την καθιστά κρίσιμο παράγοντα στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Καθώς οι διεθνείς εντάσεις αυξάνονται, οι χώρες επιδιώκουν να διασφαλίσουν τον έλεγχο της τεχνολογίας, περιορίζοντας τη διάχυσή της.

Παράλληλα, η ίδια η αβεβαιότητα λειτουργεί ανασταλτικά και για την καινοτομία. Οι επιχειρήσεις γίνονται πιο επιφυλακτικές, οι επενδύσεις καθυστερούν και τα μεγάλα έργα υποδομής επανεξετάζονται. Η τεχνητή νοημοσύνη, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν η κινητήρια δύναμη της επόμενης φάσης της παγκόσμιας οικονομίας, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο περιορισμών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανάπτυξη της AI θα σταματήσει. Πιθανότατα θα συνεχιστεί, σε μικρότερη κλίμακα και με διαφορετικούς όρους. Θα είναι πιο συγκεντρωμένη, πιο ελεγχόμενη και πιο εξαρτημένη από γεωπολιτικούς παράγοντες. Η εποχή της «ανοιχτής» και σχετικά ισόρροπης ανάπτυξης ίσως δώσει τη θέση της σε μια εποχή ανταγωνισμού μεταξύ λίγων ισχυρών παικτών.

Η Ευρώπη και ειδικότερα χώρες όπως η Ελλάδα βρίσκονται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις. Η ενεργειακή εξάρτηση, το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και η περιορισμένη παρουσία μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών δημιουργούν συνθήκες μειωμένης ανταγωνιστικότητας στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Κίνα, η Ευρώπη δυσκολεύεται να συνδυάσει φθηνή ενέργεια, επενδυτικά κεφάλαια και τεχνολογική κλίμακα. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ευρώπη επενδύει περίπου το 2% του ΑΕΠ της σε R&D, έναντι άνω του 3% στις ΗΠΑ και άνω του 4% σε ορισμένες ασιατικές οικονομίες. Η Ελλάδα δαπανά περίπου 1,5% του ΑΕΠ σε έρευνα και ανάπτυξη, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα δημιουργίας ισχυρού οικοσυστήματος AI. Το ενεργειακό κόστος για επιχειρήσεις στην Ευρώπη είναι κατά μέσο όρο 2-3 φορές υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα των data centers.

Η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ (GPU) έχει αυξηθεί εκθετικά, με χρόνους αναμονής και υψηλά κόστη που δημιουργούν επιπλέον εμπόδια εισόδου για μικρότερες οικονομίες.

Οι μελλοντικοί κίνδυνοι είναι πολλαπλοί. Πρώτον, υπάρχει ο κίνδυνος ακόμα μεγαλύτερης τεχνολογικής εξάρτησης, όπου η Ευρώπη θα καταστεί κυρίως καταναλωτής και όχι παραγωγός τεχνητής νοημοσύνης. Δεύτερον, η απώλεια ανταγωνιστικότητας μπορεί να επηρεάσει την παραγωγικότητα και τη μακροχρόνια ανάπτυξη, καθώς η AI αναμένεται να αποτελέσει βασικό μοχλό οικονομικής εξέλιξης. Τρίτον, τίθεται ζήτημα διεθνούς ρόλου σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη συνδέεται άμεσα με την ισχύ. Η υστέρηση επομένως σε αυτόν τον τομέα συνεπάγεται και γεωπολιτική υποβάθμιση. Χωρίς συντονισμένες πολιτικές, επενδύσεις και θεσμική ενίσχυση, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί στο περιθώριο μιας τεχνολογικής επανάστασης, που θα καθορίσει την οικονομία και την ισχύ του 21ου αιώνα.

Τελικά, η κρίση στο Ιράν υπενθυμίζει ότι η τεχνολογία δεν εξελίσσεται ανεξάρτητα από τις διεθνείς συνθήκες. Η τεχνητή νοημοσύνη, όσο προηγμένη και αν είναι, παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με την ενέργεια, την οικονομία και την πολιτική. Και σε περιόδους κρίσης, αποδεικνύεται ότι ακόμη και οι πιο υποσχόμενες τεχνολογίες μπορούν να γίνουν ευάλωτες.

Το μεγάλο θύμα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η σταθερότητα της περιοχής ή η παγκόσμια οικονομία. Είναι και η ίδια η προοπτική μιας τεχνολογίας που υποσχόταν να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τώρα καλείται να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο συνεχώς μεταβαλλόμενο με τρόπους απρόβλεπτους και συχνά αντίθετους προς την πρόοδό της.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.