Skip to main content

Η ποιότητα εργασίας ως δείκτης βιώσιμης και ανθεκτικής ανάπτυξης

ΑΠΕ-ΜΠΕ/Παντελής Σαίτας

Η εργασία στην Ελλάδα δεν αποτελεί μοχλό βιώσιμης ευημερίας, αλλά πεδίο ανασφάλειας και προσωπικής και οικογενειακής ανισορροπίας

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Του Γιώργου Αργείτη, καθηγητή, ΤΟΕ ΕΚΠΑ, επιστημονικού διευθυντή ΙΝΕ ΓΣΕΕ

Η ΔΗΜΟΣΙΑ συζήτηση για την ανάπτυξη στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη σε συμβατικούς δείκτες του παρελθόντος, πρωτίστως στον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.

Ωστόσο, πίσω από αυτούς τους δείκτες και τους μακροοικονομικούς αριθμούς υπάρχει μια άλλη, ουσιώδης διάσταση της βιώσιμης και ανθεκτικής ανάπτυξης που συχνά αποσιωπάται, η πραγματικότητα της εργασίας, όχι ως αφηρημένο στατιστικό μέγεθος, αλλά ως καθημερινή εμπειρία εκατομμυρίων ανθρώπων που εργάζονται σε ένα πλαίσιο αυξανόμενης πίεσης, άγχους, επισφάλειας και εξάντλησης.

Η πρόσφατη έρευνα της Metron Analysis για λογαριασμό του ΙΝΕ ΓΣΕΕ (Σεπτέμβριος 2025) αποτυπώνει με σαφήνεια αυτή την πραγματικότητα.

Η εργασία στην Ελλάδα δεν αποτελεί μοχλό βιώσιμης ευημερίας, αλλά πεδίο ανασφάλειας και προσωπικής και οικογενειακής ανισορροπίας.

ΣΥΜΦΩΝΑ με τα ευρήματα, η υπερωριακή εργασία έχει παγιωθεί ως κανονικότητα. Το 26% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα δηλώνει ότι έχει εργαστεί 13 ώρες μέσα σε μία ημέρα για δύο διαφορετικούς εργοδότες, ενώ ένα 33% έχει κάνει το ίδιο για έναν εργοδότη, στις περισσότερεςπεριπτώσεις, 67%, ύστερα από απαίτηση του εργοδότη και όχι από προσωπική επιλογή.

Όταν ο οικονομικός καταναγκασμός, η ανασφάλεια και η απειλή της απόλυσης λειτουργούν ως διαρκείς συνθήκες, η υπερωρία μετατρέπει τη διευθέτηση του χρόνου σε μηχανισμό εξουθένωσης με σοβαρές κοινωνικές συνέπειες.

Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι δηλώνουν ότι απορρυθμίζει τον προσωπικό χρόνο τους, επιβαρύνει την υγεία τους και αποδιοργανώνει την οικογενειακή ζωή τους.

Η υπερωριακή απασχόληση φαίνεται ότι λειτουργεί ως μοχλός επιβίωσης του σημερινού αναπτυξιακού υποδείγματος, το οποίο δεν στηρίζει την ανταγωνιστικότητά του στην παραγωγικότητα και την καινοτομία, αλλά στην εξουθένωση των εργαζομένων και τους χαμηλούς μισθούς.

ΑΚΟΜΗ πιο ανησυχητικά είναι τα ευρήματα της έρευνας που δείχνουν ότι δύο στους τρεις εργαζόμενους, οκτώ στους δέκα νέους ηλικίας 18-29 ετών, και επτά στις δέκα γυναίκες, δηλώνουν πως ο σημερινός ρυθμός και ο χρόνος εργασίας τούς αποτρέπει από το να δημιουργήσουν οικογένεια και να αποκτήσουν παιδιά.

Η εργασία, που θα έπρεπε να τους προσφέρει ασφάλεια και προοπτική, καταλήγει να γίνεται πηγή ανασφάλειας, πίεσης και αποθάρρυνσης.

Αυτά τα ευρήματα συνδέονται άμεσα με το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, που επιδεινώνεται όσο η καθημερινότητα των εργαζομένων γίνεται πιο αβέβαιη και εξουθενωτική.

Όταν οι νέοι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο, στήριξη και εισόδημα για να σχεδιάσουν το μέλλον τους, η ελληνική κοινωνία αναπόφευκτα θα γερνά και θα συρρικνώνεται.

Μια οικονομία που βασίζεται στην εξάντληση των ανθρώπων δεν μπορεί να είναι κοινωνικά και δημογραφικά βιώσιμη, όσο θετικοί και αν εμφανίζονται κάποιοι μακροοικονομικοί δείκτες της.

ΤΗΝ ΊΔΙΑ στιγμή, η έρευνα δείχνει ότι σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι, 47%, χρησιμοποιούν την ψηφιακή κάρτα εργασίας, ένα εργαλείο που θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη διαφάνεια και την ορθή καταγραφή του χρόνου υπερεργασίας.

Ωστόσο, η άλλη μισή αγορά εργασίας, 53%, παραμένει εκτός του συστήματος, γεγονός που αφήνει ανοιχτό ένα μεγάλο πεδίο αδιαφάνειας στην καταγραφή των υπερωριών, όπως αποτυπώνεται στις χιλιάδες ώρες που πλέον καταγράφονται στους κλάδους της οικονομίας που γίνεται χρήση της ψηφιακής κάρτας.

Επιπλέον, ένας στους δέκα εργαζόμενους δηλώνει ότι την έχει χρησιμοποιήσει παράτυπα, κυρίως ύστερα από απαίτηση του εργοδότη, 77%.

Ο συνδυασμός της μερικής εφαρμογής και της εργοδοτικής παρατυπίας στη χρήση της ψηφιακής κάρτας καθιστά στην πράξη αδύνατη την ακριβή μέτρηση των υπερωριών και, συνεπώς, ακυρώνει πρακτικά τη λειτουργία του «κόφτη» των 150 ωρών ετησίως, ο οποίος υποτίθεται ότι περιορίζει τη μακρά εξουθένωση των εργαζομένων στο πρόσφατο νομοσχέδιο της κυβέρνησης.

Η ΈΡΕΥΝΑ καταγράφει επίσης τη θέση των εργαζομένων απέναντι στη μείωση του χρόνου εργασίας.

Η προοπτική μείωσης του εβδομαδιαίου ωραρίου από 40 σε 37,5 ώρες με διατήρηση του μισθού βρίσκει καθολική αποδοχή, ενώ όταν τίθεται το ενδεχόμενο αναλογικής μείωσης αποδοχών απορρίπτεται σχεδόν απόλυτα.

Αυτό δείχνει ότι οι εργαζόμενοι δεν ζητούν λιγότερη δουλειά, αλλά αξιοπρεπή εργασία.

Η μείωση του εργάσιμου χρόνου είναι αίτημα για καλύτερη ποιότητα ζωής και συνοδεύεται από μια σειρά θετικών συνεπειών, όπως δηλώνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.

Βελτίωση της οικογενειακής τους ζωής, 84%, της ψυχικής και σωματικής υγείας τους, 83%, του άγχους στην εργασία, 60%, αλλά και της παραγωγικότητάς τους, 72%, αφού αποδίδουν καλύτερα όταν εργάζονται λιγότερες ώρες, αλλά σε συνθήκες συγκέντρωσης και ικανοποίησης.

ΣΥΝΟΛΙΚΑ, τα ευρήματα της έρευνας οδηγούν σε ένα ουσιαστικό συμπέρασμα. Η εργασία πρέπει να είναι στο κέντρο ενός νέου σχεδίου βιώσιμης και ανθεκτικής ανάπτυξης που θα συνδέει την παραγωγικότητα και τη μεγέθυνση της οικονομίας με την αξιοπρέπεια και την ευημερία της κοινωνίας.

Ένα σχέδιο που θα έχει ως βασικούς πυλώνες, ανάμεσα σε άλλους, την ποιότητα εργασίας, τις δίκαιες αμοιβές, την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την αναθέρμανση του κοινωνικού διαλόγου, τη μείωση του χρόνου εργασίας, τις ίσες ευκαιρίες ανεξαρτήτως φύλου ή ηλικίας, και τη θεσμική προστασία απέναντι στην επισφάλεια της εργασίας.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.