Απόψεις
Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017 12:35

Σενάρια για την «ελληνική υπόθεση»

Ήταν στην προσέλευση πριν από τη συνάντηση που οργάνωσε τη Δευτέρα ο Economist, με Τζακ Λιου, Γερούν Ντέισελμπλουμ, Γιώργο Χουλιαράκη και Βαγγέλη Μυτιληναίο, και στα πηγαδάκια συλλέξαμε δύο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Αρχίζουμε μ’ αυτές, γράφει ο Α. Δ. Παπαγιαννίδης.

Από την έντυπη έκδοση

Του Α. Δ. Παπαγιαννίδη
skbllz@hol.gr

Ήταν στην προσέλευση πριν από τη συνάντηση που οργάνωσε τη Δευτέρα ο Economist, με Τζακ Λιου, Γερούν Ντέισελμπλουμ, Γιώργο Χουλιαράκη και Βαγγέλη Μυτιληναίο, και στα πηγαδάκια συλλέξαμε δύο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Αρχίζουμε μ’ αυτές.

Την ημέρα που «έπεφτε» το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών, το οποίο ήδη έφερε κάποια ταραχή σ’ εμάς, πέρασε στη δημοσιότητα ότι η Unilever πουλάει κάποιες από τις μάρκες ελαιολάδου της -π.χ. την Άλτις- και μάλλον τη μονάδα της οδού Πειραιώς, αναδιαρθρώνοντας (κατά την επίσημη εκδοχή) την παρουσία της στην Ελλάδα. Παράλληλα, η κοινοπραξία Nestle - R&R ανακοίνωνε τη διακοπή λειτουργίας της μονάδας παγωτού της στον Ταύρο (με αρκετά φροντισμένη αποζημίωση για το προσωπικό). «Μίκρυνε η Ελλάδα ως αγορά. Μίκρυνε πολύ» ήταν το σχόλιο/ερμηνεία βετεράνου της παραγωγικής οικονομίας, που πλησίασε στο πηγαδάκι.

Η δεύτερη παρατήρηση, λίγο αργότερα: σχολιαζόταν η θορυβώδης διεκδίκηση της προσοχής από την Eldorado, οι αμοιβαίες υπαναχωρήσεις (Δημοσίου και Eldorado), η πολιτική σκόνη που σηκώθηκε, η αίσθηση κενού που έμεινε πίσω, η αντίληψη για Doing Business in Greece που προκύπτει απ’ αυτό το επεισόδιο. Στην ίδια συγκυρία, η -σε σύγκριση μεσαία- λατομική Μάρμαρα Παυλίδης της Δράμας ανακοίνωνε και επεξηγούσε στους χαμηλότερους των τόνων την εξαγορά του 88% της Mermeren στο Prilep της πΓΔΜ, που της δίνει ηγετικό ρόλο στο λευκό μάρμαρο (Ariston της Παυλίδης, Sivec της Mermeren) με εξαγωγές από Κίνα και Άπω Ανατολή μέχρι χώρες του Κόλπου και Λατινική Αμερική. Μέσα σε δύο δεκαετίες και με συνεχείς επενδύσεις, με συντηρητική ανάπτυξη των λατομείων και με ελάχιστη έκθεση σε δανεισμό -κυρίως όμως με συνειδητά χαμηλό προφίλ και προσοχή να μη διαταράσσει ισορροπίες - η εταιρεία απέκτησε διεθνή παρουσία. Μια διαφορετική, ριζικά, εκδοχή του Doing Business in Greece.

Επιστρέφουμε όμως στο απόγευμα συζήτησης που προέκυψε από τον Economist. Και το οποίο προηγείται κατά λίγες μόνον μέρες από τη διοργάνωση «Επενδυτική επανεκκίνηση: Τι, Πώς και από Ποιους;» που έχει προαναγγελθεί από το ΙΝΕΡΠΟΣΤ της Λούκας Κατσέλη (και συνεργατών του Γεράσιμου Αρσένη) για την ερχόμενη Παρασκευή, αλλά και της επίσης προαναγγελμένης παρουσίασης κοινού σχεδίου Νίκου Χριστοδουλάκη/Μιλτιάδη Νεκτάριου/Χάρη Θεοχάρη, που κι αυτό την άκρια του ίδιου νήματος αναζητεί.

Λοιπόν: ίσως παραξενέψει, αλλά η πολιτικότερη τοποθέτηση που ακούστηκε στον Economist ανήκε στον Βαγγέλη Μυτιληναίο. Ο οποίος ανέφερε διάφορα γύρω από την υπόθεση (και τις προϋποθέσεις) της ανάπτυξης -αυτό ήταν άλλωστε το επίσημο αντικείμενο της συζήτησης, «How fast can we grow?»- αλλά κυρίως στάθηκε στην πρόταση να υπάρξει ένα «εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης». Αυτό, θα πει ο αναγνώστης, έχει ακουστεί ντουζίνες φορές. Όμως συνέχισε ο Μυτιληναίος με τη διευκρίνιση ότι ένα τέτοιο σχέδιο θα όφειλε να υιοθετηθεί «απ’ όλα τα κόμματα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό», με την πολιτικά ουσιώδη προσθήκη «συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥΡΙΖΑ». Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να γίνει δεκτό από τους «εταίρους» (με αναπόσπαστο στοιχείο την προσγείωση από τον στόχο του 3,5% πρωτογενούς πλεονάσματος) ως βάση για την πολυσυζητημένη διευθέτηση του χρέους, αλλά με μια reforms-based conditionality. Όπου το χρέος θα προσαρμοζόταν σταδιακά, με τις γνώριμές μας «δόσεις» των Μνημονίων, όσο θα προχωρούσαν από ελληνικής πλευράς οι προσυμφωνημένες περαιτέρω μεταρρυθμίσεις…

Ελάτε τώρα να αρχίσουμε να το δένουμε γνησιότερα πολιτικά το πράγμα.

Ο Γιώργος Χουλιαράκης -μην ξεχνούμε, διαχρονικός διαπραγματευτής σε Eurogroup και με Τρόικα- ήρθε να απαριθμήσει σειρά στοιχείων βελτίωσης που γι’ αυτόν δικαιολογούν/στηρίζουν τις προσδοκίες για clean exit τον Αύγουστο του 2018. Κυρίως, όμως, επανέφερε τη θεωρία που είχε αναπτύξει και στο 21ο Roundtable του Economist (τον Ιούνιο, ακριβώς μετά τη συμφωνία που έκλεισε τραυματικά τη διαβόητη δεύτερη αξιολόγηση), ότι δηλαδή άπαξ και μια οικονομία εγκατασταθεί σ’ ένα επίπεδο υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων (για το 2017 επανέλαβε ότι θα υπάρξει υπερκάλυψη του στόχου), η συνέχεια/η διατήρηση καταλήγει να είναι απλούστερη υπόθεση. Γι’ αυτό και επιμένει ότι η τήρηση του υπερφιλόδοξου στόχου 3,5% είναι στα πλαίσια του εφικτού.

Πού οδηγεί η συζήτηση; Μα, στο πώς η μετά-τις-γερμανικές-εκλογές ακόμη πιο δύσκολη συζήτηση στην Ευρώπη/στην Ευρωζώνη θα ξαναπιάσει την «ελληνική υπόθεση». Τελευταία πινελιά: ο Ντέισελμπλουμ δεν έχασε την ευκαιρία να ευχαριστήσει τον Lew -μισοαστεία/μισοσοβαρά- για το ότι «he kicked some ass» (να το προσγειώσουμε ελληνικά; «τράβηξε κάποια αυτιά») ακριβώς προκειμένου να αποφευχθεί στην προηγούμενη φάση η συζήτηση ή μάλλον να κλείσει οριστικά η χαραμάδα Grexit.

Μέρος των σεναρίων κι αυτό;