Skip to main content

Οι αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ

REUTERS/Nathan Howard/File Photo

Αποχώρηση αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Η πρόσφατη απόφαση για τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, οι οποίες κινούνται γύρω από δύο βασικούς άξονες ανάλυσης. Ο πρώτος επιρρίπτει στον Τραμπ την αποκλειστική ευθύνη για την αλλαγή στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο δεύτερος εκτιμά ότι η κίνηση αυτή δεν αποτελεί μια αποσπασματική πολιτική επιλογή, ούτε μια συγκυριακή τακτική, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάταξης της αμερικανικής ισχύος.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, καθώς η σημερινή κατάσταση διαμορφώνεται τόσο από τις ευρύτερες στρατηγικές αναπροσαρμογές των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και από τις ιδιαίτερες πολιτικές επιλογές και αποφάσεις της προεδρίας Τραμπ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν μια μακροπρόθεσμη τακτική αναπροσανατολισμού, την οποία ο Τραμπ επιτείνει τόσο σε ρητορικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Παράλληλα, όμως, συναντούν σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή της, γεγονός που οδηγεί συχνά σε εσωτερικές αντιφάσεις, αλλά και σε αδυναμία ανάδειξης των συμφερόντων τους.

Ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία

Η συζήτηση για την ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία και τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γηραιά Ήπειρο δεν είναι πρωτόγνωρη. Ήδη πριν από την επίσημη εμπλοκή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το πολιτικό ντιμπέιτ στην Ουάσιγκτον περιστρεφόταν γύρω από τα επίπεδα εμπλοκής και το χρονοδιάγραμμα απεμπλοκής των ΗΠΑ από την Ευρώπη. Η επιλογή τότε των ΗΠΑ να παραμείνουν οφείλονταν σε απλούς συστημικούς υπολογισμούς: το οικονομικό και πολιτικό κέντρο του κόσμου βρισκόταν σε κρίση και η Σοβιετική Ένωση δεν έπρεπε να αποκτήσει την ευκαιρία να επηρεάσει τις εξελίξεις εκεί. Έτσι, μόλις η απειλή αναχαιτιζόταν, θα ήταν αναμενόμενο οι ΗΠΑ να επαναξιολογήσουν την παρουσία τους.

Το 1991, με τον βασικό ανταγωνιστή εκτός σκηνής, οι ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με τη δυνατότητα να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα, αλλά και με τη σταδιακή μετατόπιση του οικονομικού και δημογραφικού κέντρου του κόσμου προς την Ανατολή. Δέκα χρόνια αργότερα, αξιοποιώντας το ευρωπαϊκό τους αποτύπωμα, συνέχισαν την επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικότερα και ενίσχυσαν τη στρατιωτική τους εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, ενώ παράλληλα προετοιμάζονταν για την ανάδυση της Κίνας ως συστημικού ανταγωνιστή. Καθώς η άνοδος της Κίνας κλιμακωνόταν, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν το 2011 τη “στροφή προς την Ασία”, με στόχο την αντιμετώπιση της αυξανόμενης κινεζικής ισχύος, κάτι που συνεπαγόταν σταδιακή απομάκρυνση από την Ευρώπη.

Η εμπλοκή στην Ουκρανία

Παρ’ όλα αυτά, το 2022 έλαβαν μια καθοριστική απόφαση να επιχειρήσουν τη διατήρηση της υφιστάμενης διεθνούς κατανομής ισχύος, επιβραδύνοντας τη διαδικασία της «στροφής προς την Ασία». Οι ΗΠΑ δεν αντιμετώπιζαν πλέον μόνο το ζήτημα του Πεκίνου, αλλά και εκείνο της Μόσχας, σε ένα αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα. Σύμφωνα με τον επιθετικό ρεαλισμό, η κυρίαρχη δύναμη του συστήματος τείνει να επιδιώκει τη διατήρηση της κυρίαρχης θέσης της για λόγους ασφάλειας, ίσως και ως κατάλοιπο μιας μισαλλόδοξης αντίληψης ότι αξίζει να είναι η μόνη που κινεί τα νήματα.

Έτσι, οι ΗΠΑ δεν αντιμετώπιζαν απλώς το δίλημμα της «μετακίνησης» εκτός Ευρώπης, αλλά και της επαναφοράς της Ρωσίας στο σύστημα των μεγάλων δυνάμεων. Σε μια λογική στρατηγικά, αλλά όχι απαραίτητα και ορθή κίνηση, επέλεξαν να κλιμακώσουν τη σύγκρουση στην Ουκρανία, προσπαθώντας να «πετάξουν» τη Μόσχα εκτός των μεγάλων δυνάμεων ώστε να μπορούν στη συνέχεια στραφούν στο Πεκίνο.

Συμπερασματικά, παρότι οι ΗΠΑ από το 1991 και έπειτα δαπάνησαν τεράστιους πόρους εμπλεκόμενες σε πολέμους όπως στο Ιράκ και στην Ουκρανία, δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την ανάδυση ενός πολυπολικού συστήματος. Η Ρωσία παραμένει μεγάλη δύναμη, ενώ για πρώτη φορά εδώ και 100 και πλέον χρόνια οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν έναν ισχυρό οικονομικό ανταγωνιστή, με πλεονέκτημα στην 4η βιομηχανική επανάσταση, την Κίνα.

Η άνοδος και οι αντιφάσεις Τραμπ

Η εθνικιστική έκκληση για ανασυγκρότηση της πατρίδας και αναπροσανατολισμό της πολιτικής προς το εσωτερικό, η οποία προέκυψε από μια οικονομία σε πτώση αλλά και από την αποτυχία ενσωμάτωσης στο πολυπολικό σύστημα, οδήγησε στην εκλογή του Τραμπ. Σήμερα, ωστόσο, αυτός ο εθνικισμός φαίνεται υπερβολικά εκτεταμένος, ξεπερνώντας την αποκατάσταση της εθνικής υπερηφάνειας και μετατοπιζόμενος προς την επανακαθιέρωση της μονοπολικότητας, όπως υπέδειξε ο Μάρκο Ρούμπιο στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου νωρίτερα φέτος. Ο Τραμπ επιχειρεί έτσι να ισορροπήσει ανάμεσα στο να «βάλει τάξη στο σπίτι του» και στο να «το επαναφέρει» στην κορυφή του κόσμου – στόχοι που τελικά βρίσκονται σε αντίφαση μεταξύ τους.

Εξετάζοντας τα βασικά πεδία δράσης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, το Δυτικό Ημισφαίριο έχει ανακτήσει θέση πρωταρχικής σημασίας, ενώ η εστίαση στη Μέση Ανατολή έχει επιστρέψει σε επίπεδα που θυμίζουν τις αρχές του αιώνα. Η Ευρώπη κατατάσσεται έτσι πολύ πιο πίσω, όταν συνυπολογίσουμε και την Ανατολική Ασία. Ταυτόχρονα, ο Τραμπ δείχνει ελάχιστο σεβασμό προς τους Ευρωπαίους ηγέτες, παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν ιστορικά να διατηρούν ένα προπύργιο στη Δυτική Ευρώπη. Αυτό θα οδηγήσει σε μια δεύτερη σημαντική αντίφαση στη διάρκεια της θητείας του. Η επιδείνωση του διατλαντικού δεσμού, που προκαλείται απευθείας από τον Λευκό Οίκο, θα ωθήσει τους ατλαντιστές, και στις δύο πλευρές, προς ένα πιο ριζοσπαστικοποιημένο και ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ. Η Ουκρανία αποτελεί παράδειγμα αυτής της εξέλιξης: η σχέση με την Ουάσιγκτον έχει επιδεινωθεί και η άμεση στρατιωτική βοήθεια έχει μειωθεί, αλλά αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πιο προκλητικές ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών πολιτικών υποδομών, σε συντονισμό με αμερικανικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών.

Λιγότερη Ευρώπη, περισσότερες απαιτήσεις

Συνεπώς, ο Τραμπ, λογικά και ιστορικά, «μαζεύει» τις ΗΠΑ από την Ευρώπη, ζητώντας παράλληλα από τους Ευρωπαίους να επωμιστούν μεγαλύτερο βάρος στο ουκρανικό μέτωπο, χωρίς να επιδιώκεται ουσιαστική διπλωματική επίλυση, αλλά μάλλον η παράταση του πολέμου. Ταυτόχρονα, η εξωτερική πολιτική Τραμπ εξακολουθεί να κινείται μέσα στις αντιφάσεις της, με αποτέλεσμα η συνολική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές σύστημα να υποβαθμίζεται ταχύτερα από πριν.

Από την άλλη μεριά, η Ευρώπη πλήττεται από τις δικές της αντιφάσεις, ιδίως ως προς τη σχέση της με τη Ρωσία. Έτσι, παρά τις εγγενείς αδυναμίες μιας πολιτικής που δεν αποδίδει σαφή στρατηγικά οφέλη στο διεθνές γίγνεσθαι, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διατηρούν το πάνω χέρι στη διατλαντική σχέση, κερδίζοντας και απαιτώντας ολοένα και περισσότερες παραχωρήσεις από τους Ευρωπαίους.

* Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.